Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Σπύρος Γεραβέλης: Οι Αρχαιολογικοί χώροι ως Κιβωτοί βιοποικιλότητας καιη διαχείρισή τους


 Γράφει ο Σπύρος Γεραβέλης

Γεωπόνος
Προϊστάμενος Διεύθυνσης Περιβάλλοντος
και Πρασίνου δήμου Ρόδου

Η βιοποικιλότητα - ο πλούτος της ζωής στη Γη - σήμερα δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Τα οικοσυστήματα, που για χιλιάδες χρόνια στήριζαν την ανθρώπινη ευημερία και την ισορροπία του πλανήτη, βρίσκονται υπό έντονη πίεση. Η απώλεια φυσικών ενδιαιτημάτων, η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση και η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων οδηγούν σε έναν πρωτοφανή ρυθμό εξαφάνισης ειδών, επηρεάζοντας άμεσα την ποιότητα της ζωής μας, την υγεία, την τροφή και την οικονομία.

Η βιοποικιλότητα περιλαμβάνει τη γενετική ποικιλότητα εντός των ειδών, την ποικιλότητα μεταξύ των ειδών και την ποικιλότητα των οικοσυστημάτων. Η διατήρησή της αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία των οικοσυστημάτων, που παρέχουν καθαρό αέρα, γόνιμα εδάφη, νερό, τροφή και ρυθμίζουν το κλίμα. Η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει αλλοιώσει περίπου το 75% της επιφάνειας της Γης, με μείωση των πληθυσμών σπονδυλωτών κατά 73% από το 1970, ενώ σχεδόν το ένα πέμπτο των ειδών των φυτών απειλούνται με εξαφάνιση. Στην Ελλάδα, το 21% των ειδών κινδυνεύει, κυρίως λόγω αλλαγών στη χρήση γης, πυρκαγιών, πλημμυρών και κατακερματισμού των βιότοπων.

Στο πλαίσιο αυτό, το αστικό πράσινο και ιδιαίτερα οι αρχαιολογικοί χώροι αποκτούν κρίσιμο ρόλο. Αν και οι πόλεις δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα φυσικά οικοσυστήματα μεγάλης κλίμακας, μπορούν να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικά καταφύγια βιοποικιλότητας, φιλοξενώντας απειλούμενα ή σπάνια είδη. Πάρκα με φυσική βλάστηση, ρέματα, πράσινες στέγες και εγκαταλελειμμένα οικόπεδα δημιουργούν μικρά αλλά ζωτικά ενδιαιτήματα. Ιδιαίτερα στα νησιά, όπου η έκταση άγριας φύσης είναι περιορισμένηκαι ιδιαίτερα επιβαρυμένη, ενώ υπάρχουν και πολλά ενδημικά είδη, οι αρχαιολογικοί χώροι συχνά λειτουργούν ως κρίσιμες «νησίδες» φύσης.

Οι ελληνικοί αρχαιολογικοί χώροι καλύπτουν συνήθως μεγάλες εκτάσεις στον αστικό ιστό,σε σχέση με το υπόλοιπο αστικό πράσινο. Επίσης,σε αντίθεση με το διαμορφωμένο αστικό πράσινο πουκυριαρχείται από ξενικά φυτά και χλοοτάπητες και είναι οικολογικά φτωχό, οι αρχαιολογικοί χώροι διατηρούνται φυσικοίγια δεκαετίες ή αιώνες, προστατεύοντας ταυτόχρονα τη φυσική χλωρίδα και πανίδα. Οι διαχειριστές τους συχνά επιδιώκουν να διατηρούν ένα φυσικό τοπίο, καθιστώντας τους χώρους φιλόξενους για φυτά και ζώα.

Έρευνες όπως το έργο ΒΙΑΣ του υπουργείου Πολιτισμού με το ΕΚΠΑ και συνεργάτες κατέγραψαν σε 20 Αρχαιολογικούς χώρους 4.403 είδη σε έκταση μόλις 0,08% της ελληνικής επικράτειας, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και μικρές εκτάσεις μπορούν να λειτουργούν ως καταφύγια βιοποικιλότητας.

«Οι αρχαιολογικοί χώροι μετατρέπονται σε κιβωτούς για τη διάσωση και προστασία της βιοποικιλότητας», λέει σε άρθρο του BBC[1] σχετικά το έργο ΒΙΑΣ η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.

Η μελέτη έδειξε ότι σε χώρους όπως ο Μυστράς και η Φαιστός, οι πληθυσμοί ζώων είναι συχνά πυκνότεροι από ό,τι στις γύρω περιοχές, ενώ φυτά που μεταφέρθηκαν από άλλες περιοχές κατά τη Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή εποχή συνυπάρχουν με αυτοφυή είδη, δημιουργώντας ένα πολιτιστικό τοπίο όπου η φύση και ο άνθρωπος συνυπάρχουν. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Παναγιώτης Παφίλης: «Η φύση είναι λειτουργικό μέρος του αρχαιολογικού τοπίου. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι το τοπίο, όχι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος ή ένα οικοσύστημα».

Η έννοια του «πολιτιστικού τοπίου», όπως έχει αναδειχθεί και από την UNESCO, προσφέρει μια βαθύτερη και πιο ουσιαστική εμπειρία στον επισκέπτη, καθώς τον καλεί να αντιληφθεί τον αρχαιολογικό χώρο όχι ως ένα απομονωμένο μνημείο, αλλά ως ένα ζωντανό περιβάλλον όπου η φύση και η ανθρώπινη ιστορία συνυφαίνονται. Η παρουσία της βλάστησης, των ήχων, των αρωμάτων, των εποχικών μεταβολών και της πανίδας ενισχύει την αίσθηση του «τόπου» και δημιουργεί μια πολυαισθητηριακή εμπειρία, που ευνοεί τη σύνδεση, τη μάθηση και τη συναισθηματική εμπλοκή.

Στη πόλη της Ρόδου, οι αρχαιολογικοί χώροι όπως το Ροδίνι, το Αρχαίο Στάδιο και η Τάφρος, αλλά και οι δεκάδες μικρότεροι διάσπαρτοι στην πόλη, φιλοξενούν πληθώρα οικοτόπων: δάση, λιβάδια, φρύγανα, υγροτόπους και βραχώδεις περιοχές. Αυτοί οι χώροι αποτελούν μικρές αλλά σημαντικές νησίδες βιοποικιλότητας μέσα στον αστικό ιστό, φιλοξενώντας σπάνια προστατευόμενα είδη όπως η νεροχελώνα, το χέλι και το ενδημικό γκιζάνι της Ρόδου, ενώ ταυτόχρονα παρέχουν καταφύγιο για πουλιά, μικρά θηλαστικά και έντομα.

Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν είναι κάτι που χρειάζεται μόνο μεγάλα έργα και χρηματοδοτήσεις. Ξεκινά από τις καθημερινές μας πρακτικές μέσα στις πόλεις μας.Η διαχείριση του πρασίνου στους αρχαιολογικούς χώρους θαπρέπει να ακολουθεί οικολογικά υπεύθυνες πρακτικές σεβόμενη τους ρυθμούς της φύσης.

Το πιο κρίσιμο χρονικόσημείο είναι η Άνοιξη, όταν φυτά ανθίζουν, έντομα αναπαράγονται και αποδημητικά πουλιά επιστρέφουν. Η συνήθης πρώιμη και εκτεταμένη κοπή της βλάστησης καταστρέφει αυτά τα οικοσυστήματα, οδηγώντας σε απώλεια τροφής και καταφυγίωνκαι μείωση ειδών. Οι διεθνείςσυστάσεις για τη διαχείριση της βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους, εστιάζουν σε πρακτικές που αποσκοπούν τόσο στην προστασία και ανάδειξη των μνημείων όσο και στην προστασία της βιοποικιλότητας:

  • Καθυστέρηση του κουρέματος έως τέλη Μαΐου ή μέσα Ιουνίου, για να ολοκληρωθεί η ανθοφορία.
  • Επιλεκτική κοπή μόνο για λόγους ασφαλείας ή προσβασιμότητας.
  • Διαρκής φροντίδα.
  • Διατήρηση τμημάτων άθικτης φυσικής βλάστησης ως μικροκαταφύγια.
  • Φυτεύσεις ιθαγενών φυτών,τα οποία προσφέρουν τροφή και καταφύγιο.
  • Απομάκρυνση χωροκατακτητικών ειδών.
  • Μείωση φωτορύπανσης για προστασία της πανίδας.

Η οικολογική διαχείριση δεν είναι μόνο πράξη ευθύνης για τη φύση αλλά και πολιτιστικής συνείδησης και συμμόρφωση με τις σύγχρονες κατευθύνσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής,ενσωματώνοντας την προστασία της βιοποικιλότητας στην κύρια αποστολή των αρχαιολογικών χώρων. Οι πολιτικές της Ε.Ε., όπως η Στρατηγική Βιοποικιλότητας 2030, καθώς και η ελληνική νομοθεσία, προωθούν την ανάγκη διατήρησης των οικοτόπων, ειδικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής.

Η αντίληψη των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων, τόσο από το κράτος όσο και από τους πολίτες, ως ζωντανών πολιτιστικών τοπίων - όχι αποστειρωμένων, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένων με το φυσικό περιβάλλον και τον άνθρωπο - αποτελεί τον μόνο τρόπο για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των παραπάνω μέτρων.

Οι αρχαιολογικοί χώροι, μικροί ή μεγάλοι, δεν αποτελούν μόνο φορείς ιστορίας αλλά και ζωντανά οικοσυστήματα. Η φροντίδα τους με σεβασμό στους φυσικούς κύκλους σημαίνει: προστασία της βιοποικιλότητας, σεβασμό στην πολιτιστική κληρονομιά βασισμένη στις αρχές του «πολιτιστικού τοπίου», αλλά και συμμόρφωση με τις σύγχρονες περιβαλλοντικές πολιτικές.


[1]https://www.bbc.com/future/article/20260107-the-ancient-greek-ruins-harbouring-rare-animals

Αναδημοσίευση από :https://www.rodiaki.gr/article/546241/spyros-gerabelhs-oi-arxaiologikoi-xwroi-ws-kibwtoi-biopoikilothtas-kaih-diaxeirish-toys?fbclid=IwY2xjawRayW9leHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEe0YixP8cEuh2JNPfVaD1goY8ZttOmbyq61EMbuk1dMjkD0ubzL1YsatBThRk_aem_EBkb79-SM3cI3HERIQJEoQ

ΔΕΝΤΡΑ στην ΠΟΛΗ Γηγενή ή Εξωτικά


ΔΕΝΤΡΑ στην ΠΟΛΗ

Γηγενή ή Εξωτικά   και άλλες ιστορίες Πράσινης Τρέλας 

Σε μία από συνήθεις  και πρόσφατες κουβέντες για  το αστικό πράσινο έχει προκύψει μια αντίθεση που κατά την γνώμη  δεν έχει πολύ μεγάλη βάση. 

Οι υποστηρικτές των γηγενών η ενδημικών ειδών από την μία,  και από την άλλη αυτοί που υπερασπίζονται φανατικά  τη χρήση τροπικών εξωτικών ειδών. Η αλήθεια είναι ότι παρά πολλοί Δήμοι έχουν γεμίσει με εξωτικά δέντρα την πόλη ....και είναι σαφές ότι αυτό μελλοντικά θα φέρει προβλήματα. 

Στο αστικό πράσινο, η προτίμηση των γηγενών ειδών έχει γερές βάσεις (τοπική βιοποικιλότητα, συνεξέλιξη, χαμηλότεροι κίνδυνοι από τα επεμβατικά). 

    Ομοίως, η χρήση εξωτικών ειδών μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητά τους σε ακραίες αστικές συνθήκες, διασφαλίζοντας υπηρεσίες οικοσυστήματος που ορισμένα τα ιθαγενή είδη  και αγωνίζονται να τις παρέχουν. 

Οι δύο, είναι επομένως λογικές θέσεις,  και λειτουργούν σε συγκεκριμένα πλαίσια ή μπορεί και να συνδυαστούν. 

Αν αυτές όμως μετατραπούν σε δόγμα που αυτό γίνεται πολύ συχνά, παύουν να είναι επιστημονικές, εξαλείφονται οι  συνθήκες και  οι αρχές και έτσι γίνονται ιδεολογίες – δόγματα. Έτσι όταν αναφέρεται ότι μόνο τα γηγενή  είδη είναι αποδεκτά, ή  όταν πιστεύει κάποιος  ότι η τεχνική απόδοση κάθε φυτού,  δικαιολογεί οποιαδήποτε επιλογή. Και στις δύο περιπτώσεις τότε, ο συλλογισμός παύει να είναι οικολογικός και γίνεται κανονιστικός.

 Η διαχείριση του αστικού πρασίνου προσφέρει σαφή παραδείγματα αυτών των αποτελεσμάτων: 

·   Μονοκαλλιέργειες «ταυτότητας»: φυτά που δεν είναι πολύ ανθεκτικά, γεννημένα από άκαμπτο η μη ευέλικτο σχέδιο. 

·    Εξωτικά χωρίς κριτήρια ή μόνο κριτήρια εντυπωσιασμού και αισθητικά: προβλήματα επεμβατικότητας, απώλεια ταυτότητας και οικολογική αποσύνδεση. 

·        Άρνηση του αστικού πλαισίου: αγνοώντας ότι η πόλη είναι ένα βαθιά αλλαγμένο περιβάλλον. 

Η αποτυχία δεν προέρχεται από την αρχική ιδέα, αλλά από την απολυτοποίησή της. Όπου λειτουργεί το αστικό πράσινο, μπορεί να παρατηρηθεί μια ρεαλιστική και προσαρμοστική προσέγγιση: 

·      επιλογή ειδών με βάση τις απαιτούμενες οικοσυστημικές υπηρεσίες και ανάγκες  

·      ολοκληρωμένη χρήση μη επεμβατικών γηγενών και εξωτικών φυτικών ειδών

·      πειραματισμός και παρακολούθηση με την πάροδο του χρόνου για τις εξελίξεις και των τυχόν  προβλημάτων. Έτσι η εμπειρία του πεδίου θα φέρει καλύτερες επιλογές στο μέλλον. 

Στη βάση της ιδεολογικής προσέγγισης υπάρχει συχνά η αναζήτηση μιας υποτιθέμενης οικολογικής «καθαρότητας» (π.χ. όχι ξενικά είδη!). Αλλά η πόλη είναι ένα υβριδικό σύστημα που δεν έχει σχέση με το φυσικό περιβάλλον που υπήρχε στον χώρο προ χρόνων: ο στόχος δεν είναι να αποκατασταθεί ένα ιδανικό παρελθόν, αλλά να οικοδομηθούν λειτουργικές ισορροπίες στο παρόν

Το ερώτημα "εγγενές ή εξωτικό;" τίθεται επομένως άσχημα. 

Τα χρήσιμα  ερωτήματα που προκύπτουν για ένα μελετητή είναι: 

-  Ποιες ανάγκες πρέπει να καλύψουν τα φυτικά είδη που θα επιλέγουν;

-  Ποιες λειτουργίες πρέπει να εκτελεί το σύστημα φυτεύσεων ; 

-   Ποιες πραγματικές συνθήκες χαρακτηρίζουν τον τόπο; 

-  Ποια είδη ανταποκρίνονται καλύτερα χωρίς να δημιουργούν προβλήματα; 

Οι ιδέες, η γνώση και η μελέτη  βοηθούν να τεθούν αυτά τα ερωτήματα, να μελετηθούν και να λυθούν καμιά φορά με λάθη.

     Τα δόγματα, από την άλλη πλευρά, δίνουν  εύκολες απαντήσεις ακόμη και πριν διατυπωθούν τα ερωτήματα.   Ευκολία στην σκέψη και ταχύτητα στην λύση αλλά ξεχνούν πλευρές και προβλήματα που μπορεί να προκύψουν, όπως νέοι εισαγόμενοι εχθροί φυτικών ειδών. Εκεί η επιτυχία αφήνεται περισσότερο στην τύχη.  

    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στο αστικό πράσινο, οι ιδέες παράγουν αποτελέσματα, ενώ τα δόγματα-όπως πιθανά και στην υπόλοιπη ζωή -  καταλήγουν να δημιουργούν προβλήματα.

 

ΠΟΙΟΣ   ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ;

     Το παραπάνω  ερώτημα, γηγενή - τροπικά,  δεν είναι το κύριο που έχουμε αυτήν την στιγμή στο αστικό περιβάλλον…

Το κύριο  πρόβλημα είναι ότι οι επιλογές δεν είναι αποτέλεσμα μελέτης ανθρώπων με γνώση,  αλλά γίνονται από αιρετούς συνήθως μόνο με αισθητικά κριτήρια και σε λίγο η Αθήνα θα γίνει πόλη του Φίκου ή της Γιακαράντας, όπως πριν γέμισαν τις λεωφόρους με Φοίνικες που πλέον έχουν εξαφανιστεί Προφανώς δεν φταίει ο Φίκος ή ο Φοίνικας αλλά η έλλειψη μελέτης και λελογισμένης χρήσης…  

Και πάμε στο ουσιαστικό ...

    Αν ένα πεύκο που μεγάλωσε σε ανά δάσος και πλέον έχει απομείνει σε ένα πεζοδρόμιο των Βόρειων προαστίων της Αθήνας πέσει γιατί έφτασε η ώρα ή η ανθρώπινη δραστηριότητα, δίκτυα Ο.Κ.Ω, εκσκαφές, πλακοστρώσεις δημιούργησαν ανισορροπία τι θα ξαναφυτευτεί στην θέση του;

Το δέντρο που πρέπει να φυτευτεί ή το δέντρο που θα βγάλει ωραία φωτό ο αντιδήμαρχος;

        Θα επαναλάβουμε το ίδιο λάθος. Αυτό το νέο άτομο, στην πραγματικότητα, θα υποβληθεί στην ίδια οικολογική δυναμική και δυσκολία 

  • ανταγωνισμός για φως, νερό και θρεπτικά συστατικά,
  • ασύμμετρη ανάπτυξη της κόμης γιατί τα κτήρια είναι δίπλα
  • δυσκολίες στην του ριζικού συστήματος, με ότι μπάζα, δίκτυα, υπάρχουν στο έδαφος  
  • προοδευτική δομική αστάθεια. 

Το αποτέλεσμα είναι ήδη προβλέψιμο σήμερα αν δεν μελετηθεί ορθά. Σε λίγες δεκαετίες το ίδιο πρόβλημα θα επανεμφανιστεί, με περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος που μπορεί να αποφευχθεί. 

Το ερώτημα, δεν είναι μόνο «τι να φυτέψουμε», αλλά κυρίως «γιατί» και «σε ποιο πλαίσιο» για να μειωθούν σημαντικά οι αποτυχίες φύτευσης. Κάθε δέντρο, κάθε φυτό, πρέπει να είναι αποτέλεσμα ακριβούς τεχνικής αξιολόγησης και όχι ο "πελάτης ψηφοφόρος" θέλει "Μαγνόλια", όπως: 

  • Οι εδαφικές συνθήκες, 
  • Η έκθεση, 
  • Η πυκνότητα (γιατί βλέπω φυτεύσεις μεγάλου όγκου δέντρων σε δεντροστοιχίες ανά 3 μέτρα και τρελαίνομαι!),
  • Δομή της υπάρχουσας συστάδας- δεντροστοιχίας,
  • Αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ειδών, 
  • Ανθεκτικότητα στις κλιματικές και αστικές καταπονήσεις.
  • Σύσταση του εδάφους 

    Η παράβλεψη αυτών των παραγόντων σημαίνει ότι αντιμετωπίζουμε το πράσινο ως έπιπλα, όχι ως ένα πολύπλοκο βιολογικό σύστημα. και έτσι σύντομα τα βλέπουμε να ξεραίνονται ...κατά εκατοντάδες.

Και έτσι τίθεται το ερώτημα: ποιος παίρνει αυτές τις αποφάσεις;

     Ποιος αποφασίζει ποιο είδος θα χρησιμοποιήσει, με ποια κριτήρια και με ποιο μακροπρόθεσμο όραμα; Πέρα από αριθμούς!!

    Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι τέτοιες τεχνικές και επαναλαμβανόμενες επιλογές προέρχονται από σχεδιασμό που εκπονήθηκε από γεωπόνο, δασολόγο ή αρχιτέκτονα τοπίου. Προσωπικότητες με συγκεκριμένες δεξιότητες δύσκολα θα δέχονταν παρεμβάσεις που αγνοούν στοιχειώδεις αρχές οικολογίας και αειφόρου διαχείρισης. Και αν γίνονται γιατί επιδέχονται πίεση από τρίτους ΚΑΚΩΣ!!     

        Ο κίνδυνος είναι ότι η διαχείριση των χώρων πρασίνου γίνεται σύμφωνα με διοικητικές, έκτακτες ή καθαρά αισθητικές λογικές και όχι τεχνικές-επιστημονικές. Ένα δέντρο δεν είναι εναλλάξιμο όπως ένα στοιχείο του εξοπλισμού του δρόμου: είναι ένας οργανισμός που μεγαλώνει, ανταγωνίζεται, προσαρμόζεται — ή αποτυγχάνει — σε σχέση με το περιβάλλον. Το να συνεχίσουμε να το αγνοούμε σημαίνει ότι μετατρέπουμε κάθε παρέμβαση σε ένα αναβαλλόμενο πρόβλημα, παρά σε λύση.

Άρθρο που μοιάζει απόλυτα Ελληνικό αλλά είναι ένωση απόδοση 2 άρθρων του Φ. Φερρίνι Καθηγητή Δεντροκομίας του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας CHI DECIDE LE SPECIE DA PIANTARE E COME SI GESTISCONO? + VERDE URBANO: QUANDO LE IDEE DIVENTANO IDEOLOGIA (E SMETTONO DI FUNZIONARE)

https://www.linkedin.com/feed/update/urn:li:activity:7453342220671234049/

Απόδοση στα Ελληνικά από τον Κ.Τάτση Γεωπόνου

Αναλυτικότερα, ανάλογα με την προέλευση και την εξάπλωσή τους, χρησιμοποιούνται οι εξής όροι:

  • Χλωρίδα: Το σύνολο των φυτικών ειδών που φύονται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.
  • Αυτοφυή φυτά: Τα φυτά που φυτρώνουν μόνα τους στη φύση σε μια περιοχή, χωρίς την παρέμβαση του ανθρώπου.
  • Ενδημικά φυτά: Τα φυτά που φυτρώνουν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη, περιορισμένη περιοχή (π.χ. ένα νησί ή ένα βουνό) και δεν συναντώνται πουθενά αλλού στον κόσμο.
  • Ιθαγενή φυτά: Φυτά που είναι ιθαγενή (native) σε μια περιοχή, δηλαδή η παρουσία τους είναι αποτέλεσμα τοπικής φυσικής εξέλιξης. 

Σχετικές έννοιες:

  • Βλάστηση: Αναφέρεται στη διάταξη και την κάλυψη των φυτών στο έδαφος, ενώ η χλωρίδα αναφέρεται στα είδη.
  • Εξωτικά/Εισαγόμενα: Φυτά που έχουν μεταφερθεί από άλλες περιοχές