Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Νέες ποικιλίες, χρήσεις και αποδόσεις για το κτηνοτροφικό ρεβίθι

Ρεβύθι

 Ο καρπός του ρεβιθιού αποτελεί μια εξαιρετική πρωτεϊνούχα συμπυκνωμένη ζωοτροφή κατάλληλη για βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοιρινά και πουλερικά.

Tις πρώτες ελληνικές ποικιλίες κτηνοτροφικού ρεβιθιού δημιούργησε το Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών της Λάρισας, όπου τα τελευταία χρόνια γίνονται σοβαρές προσπάθειες για την αύξηση των αποδόσεων και τη σταθεροποίηση του είδους από χρονιά σε χρονιά.

Τι είναι όμως το κτηνοτροφικό ρεβίθι; Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κώστας Ηλιάδης, επί σειρά ετών ερευνητικό στέλεχος του παραπάνω ινστιτούτου, το κτηνοτροφικό ρεβίθι δεν είναι κάποιο άλλο είδος ρεβιθιού, αλλά είναι το γνωστό μας ρεβίθι, απλώς μόνο αλλάζει ο σκοπός παραγωγής του καρπού του που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση (όσπριο), αλλά για ζωοτροφή, γι' αυτό και δεν ενδιαφέρει τόσο το μέγεθος των σπόρων του. Είναι ετήσιο και καλλιεργείται σε ξερικά χωράφια, αποκλειστικά για τον καρπό του.

Ο καρπός του ρεβιθιού είναι πλούσιος σε θρεπτικά συστατικά. Ειδικοί επιστήμονες σε θέματα βιοχημείας και τεχνολογίας στις ΗΠΑ βρήκαν ότι το ρεβίθι είναι μια πλούσια φυσική πηγή θρεπτικών συστατικών σε πρωτεΐνες (20-23 %), σε υδατάνθρακες (50-55 %), σε λάδι (4-7 %), σε φυτικές ίνες, σε φολικό οξύ, σε βιταμίνες A, B1, Β2, Β6, Β12, σε ασβέστιο C, σε σίδηρο, μαγνήσιο, κάλιο, γι' αυτό και η θρεπτική του αξία είναι μεγάλη.

Ο καρπός του ρεβιθιού αποτελεί μια εξαιρετική πρωτεϊνούχα συμπυκνωμένη ζωοτροφή κατάλληλη για βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοιρινά και πουλερικά.

Υπολογίζεται σήμερα ότι το 14% του συνόλου της παγκόσμιας παραγωγής των ρεβιθιών χρησιμοποιείται στη διατροφή αγροτικών ζώων. Το ποσοστό αυτό στην Κεντρική και Βόρεια Αμερική είναι μεγαλύτερο και φθάνει το 41 % .

Στη χώρα μας, μέχρι πρόσφατα το ρεβίθι καλλιεργούνταν αποκλειστικά ως όσπριο για ανθρώπινη κατανάλωση και οι ανάγκες σε πρωτεΐνες των σιτηρεσίων των αγροτικών ζώων, είτε πρόκειται για μηρυκαστικά (βοοειδή, αιγοπρόβατα), είτε για μονογαστρικά (χοιρινά , πουλερικά ) καλύπτονται κυρίως με τη συμμετοχή στα σιτηρέσιά τους καρπού σόγιας, που εισάγεται εξ' ολοκλήρου σχεδόν από το εξωτερικό.

Το ρεβίθι μπορεί να καλλιεργηθεί ως ζωοτροφή σε ξερικά χωράφια σε αμειψισπορά με το σιτάρι και να εξασφαλίσει με τον καρπό του απεριόριστες ποσότητες συμπυκνωμένης πρωτεϊνούχας ζωοτροφής για αντικατάσταση κατά 100% στα σιτηρέσια όλων των αγροτικών ζώων (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοιρινά και πουλερικά) της εισαγόμενης και γενετικά τροποποιημένης σόγιας, όπως έδειξαν πρόσφατα πειράματα διατροφής (2003-2006) βοοειδών, αιγοπροβάτων χοιρινών και πουλερικών. που έγιναν σε αιγοπρόβατα, πουλερικά και χοιρινά, στο Ινστιτούτο Διατροφής Αγροτικών Ζώων του ΕΘΙΑΓΕ στα Γιαννιτσά και συμφωνούν με αντίστοιχα στο εξωτερικό. Αναμένεται να καλλιεργηθεί σε μεγάλη έκταση τα επόμενα έτη.

Προσπάθειες ανάπτυξης

Στο Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών στη Λάρισα έγιναν τα τελευταία χρόνια σημαντικές προσπάθειες για την αύξηση των αποδόσεων του κτηνοτροφικού ρεβιθιού και σταθεροποίησή τους από χρονιά σε χρονιά. Αυτό επιδιώχθηκε να γίνει με δύο τρόπους.

Με αλλαγή της εποχής σποράς των ρεβιθιών από την άνοιξη, όπως γίνεται σήμερα, στο φθινόπωρο και με τη δημιουργία νέων ποικιλιών, που να είναι κατάλληλες για φθινοπωρινή σπορά, δηλαδή ανθεκτικές στους παγετούς του χειμώνα και στην ασθένεια Ασκόχυτα ( Ascochyta rabiei), που είναι η πιο σημαντική και για την οποία δυστυχώς δεν κυκλοφορούν στο εμπόριο αποτελεσματικά μυκητοκτόνα.

Με τη βελτιωτική εργασία που έγινε στο Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών δημιουργήθηκαν, αναφέρει ο κ. Ηλιάδης, οι πρώτες κτηνοτροφικές ποικιλίες ρεβιθιών, με αντοχή στην ασκόχυτα και στο ψύχος, κατάλληλες για φθινοπωρινή σπορά και ήδη γράφτηκαν τρεις ποικιλίες στον "Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών" της Ελλάδος. Οι ποικιλίες αυτές είναι οι "Άνδρος", "Αμοργός", και "Σέριφος".

Πειράματα που έγιναν στο Ινστιτούτο στη Λάρισα επί τέσσερα έτη για να μελετηθεί η επίδραση της αλλαγής σποράς των ρεβιθιών από την άνοιξη στο φθινόπωρο, έδειξαν ότι οι αποδόσεις των ρεβιθιών αυξάνονται θεαματικά, όταν αυτά σπαρθούν το φθινόπωρο (Νοέμβριο) αντί της άνοιξης (Μάρτιο).

Με τη σημαντική αυτή αύξηση των αποδόσεων καρπού μέσω της φθινοπωρινής σποράς τους και τη σταθεροποίηση των αποδόσεων από χρόνια σε χρονιά μέσω των ανθεκτικών στο ψύχος και στην ασκόχυτα κτηνοτροφικών ποικιλιών που ήδη δημιουργήθηκαν, η καλλιέργεια του κτηνοτροφικού ρεβιθιού καθίσταται εξαιρετικά συμφέρουσα από οικονομική άποψη για την παραγωγή απεριόριστων ποσοτήτων καρπού (συμπυκνωμένη πρωτεϊνούχα ζωοτροφή) για τις ανάγκες της κτηνοτροφίας.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των πρώτων νέων ελληνικών ποικιλιών που δημιουργήθηκαν πρόσφατα είναι:

"Άνδρος": Μικρόσπερμη ποικιλία με βάρος 1000 σπόρων που μπορεί να κυμανθεί από 205 έως 230 γραμμάρια. Είναι δημιουργία του Ινστιτούτου Κτηνοτροφικών Φυτών. Πολύ πρώιμη ποικιλία στην άνθηση και στην ωρίμανσή της για συγκομιδή.

Αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες κατά το φύτρωμά της το χειμώνα και είναι ποικιλία κατάλληλη για φθινοπωρινή σπορά στις πιο ψυχρές περιοχές της Ελλάδος, όπως π.χ. Πτολεμαΐδα , Γρεβενά κλπ.

Πρόκειται για πολύ ανθεκτική ποικιλία στην ασθένεια ασκόχυτα σε όλες τις περιοχές της Ελλάδος. Το ύψος των φυτών της κυμαίνεται από 35 έως 65 εκατοστά ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες της άνοιξης που θα επικρατήσουν.

Απαιτούμενη ποσότητα σπόρου σποράς είναι τα 16 κιλά στο στρέμμα, ενώ η εποχή σποράς κυμαίνεται από 20 Νοεμβρίου έως 10 Δεκεμβρίου. Το φύτρωμά της γίνεται μέσα στον Ιανουάριο ή σε εξαιρετικά ψυχρό χειμώνα, στις αρχές Φεβρουαρίου. Μέση απόδοση καρπού σε φθινοπωρινή σπορά είναι τα 200-250 κιλά στο στρέμμα.

"Αμοργός": Μεσόσπερμη ποικιλία με βάρος 1000 σπόρων που κυμαίνεται από 305 έως 365 γραμμάρια. Είναι δημιουργία του Ινστιτούτου Κτηνοτροφικών Φυτών. Μεσοπρώιμη στην άνθηση και ωρίμανσή της για συγκομιδή, αντέχει ικανοποιητικά στις χαμηλές θερμοκρασίες κατά το φύτρωμά της το χειμώνα και είναι ποικιλία κατάλληλη για φθινοπωρινή σπορά και στις πιο ψυχρές περιοχές της Ελλάδος όπως π.χ. Πτολεμαΐδα, Γρεβενά κλπ.

Είναι πολύ ανθεκτική ποικιλία στην ασκόχυτα σε όλες τις περιοχές της Ελλάδος, με το ύψος των φυτών της να κυμαίνεται από 36 έως 70 εκατοστά. Απαιτούμενη ποσότητα σπόρου σποράς είναι τα 16-18 κιλά σπόρου στο στρέμμα. Η εποχή σποράς διαρκεί από 20 Νοεμβρίου έως 10 Δεκεμβρίου. Το φύτρωμά της γίνεται μέσα στον Ιανουάριο ή σε εξαιρετικά ψυχρό χειμώνα, στις αρχές Φεβρουαρίου. Μέση απόδοση καρπού σε φθινοπωρινή σπορά είναι τα 200-280 κιλά στο στρέμμα.

"Σέριφος": Μικρόσπερμη ποικιλία με βάρος 1000 σπόρων από 210 έως 245 γραμμάρια. Είναι και αυτή δημιουργία του Ινστιτούτου Κτηνοτροφικών Φυτών. Μεσοπρώιμη ποικιλία στην άνθησή της και ωρίμανσή της για συγκομιδή, αντέχει εξαιρετικά στις χαμηλές θερμοκρασίες κατά το φύτρωμά της το χειμώνα και είναι κατάλληλη για φθινοπωρινή σπορά και στις πιο ψυχρές περιοχές της Ελλάδας, όπως η ποικιλία "Άνδρος". Πολύ ανθεκτική ποικιλία στην ασκόχυτα, η "Σέριφος" είναι κατάλληλη για όλες τις περιοχές της Ελλάδος. Το ύψος των φυτών μπορεί να κυμανθεί από έτος σε έτος από 40 έως 70 εκατοστά. Η απαιτούμενη ποσότητα σπόρου σποράς είναι 16-17 κιλά σπόρου στο στρέμμα. Η εποχή σποράς διαρκεί από 20 Νοεμβρίου έως 10 Δεκεμβρίου και το φύτρωμά της γίνεται μέσα στον Ιανουάριο ή σε εξαιρετικά ψυχρό χειμώνα, στις αρχές φεβρουαρίου. Μέση απόδοση καρπού σε φθινοπωρινή σπορά είναι τα 180-240 κιλά στο στρέμμα.

Τεχνική της καλλιέργειας

Το ρεβίθι έχει πολύ λίγες απαιτήσεις σε έδαφος γι' αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σε μεγάλη ποικιλία τύπων εδαφών, από τα ελαφρά αμμώδη μέχρι και τα αργιλώδη. Τα μέτρια έως βαριά εδάφη είναι ευνοϊκά υπό την προϋπόθεση ότι δεν νεροκρατούν, γιατί δεν αντέχει σε υπερβολική υγρασία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν ευδοκιμεί σε όξινα και στα αλατούχα εδάφη. Γενικά, όπου καλλιεργείται το σιτάρι, μπορεί να καλλιεργηθεί και το κτηνοτροφικό ρεβίθι.

Σε ό,τι αφορά το κλίμα, από τους 2-5 βαθμούς Κελσίου και πάνω οι σπόροι αρχίζουν να βλαστάνουν και τα νεαρά φυτά μπορούν να αντέξουν σε παγετούς μέχρι -5 βαθμούς Κελσίου ή και περισσότερο, ανάλογα με την ποικιλία.

Είναι φυτό πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία γι' αυτό και η καλλιέργεια του επεκτείνεται ακόμη και σε περιοχές με ελάχιστες βροχές. Όταν όμως υπάρχει δυνατότητα για πότισμα κατά την άνθηση και καρποφορία των φυτών. τότε μπορεί να αυξηθούν θεαματικά οι αποδόσεις καρπού. Οι αρδεύσεις μπορούν να γίνουν, επειδή οι κτηνοτροφικές ποικιλίες που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι ανθεκτικές στην ασθένεια της ασκόχυτας και δεν κινδυνεύουν να προσβληθούν από την υγρασία που αναπτύσσεται με την άρδευση.

Αναφορικά με τη συγκομιδή, επισημαίνεται πως τα ρεβίθια δεν τινάζουν σπόρους στο χωράφι γι' αυτό αφήνονται τα φυτά να ξεραθούν εντελώς μέχρι να ρίξουν το φύλλωμά τους. Χρησιμοποιούνται δε οι κοινές θεριζοαλωνιστικές μηχανές σιταριού, με κατάλληλη ρύθμιση στα κόσκινα και στον αέρα της μηχανής.

Πρωτεΐνες

Η περιεκτικότητα των σπόρων του ρεβιθιού σε πρωτεΐνες είναι υψηλή,χωρίς να φτάνει αυτήν της σόγιας, έχει όμως υψηλότερη περιεκτικότητα σε λάδι και σε υδατάνθρακες,που το καθιστούν πολύτιμο ως ζωοτροφή.

Τα ρεβίθια, όπως και η σόγια, έχουν μια καλή σχετικά ισορροπία σε αμινοξέα εκτός από τα θειούχα (μεθιονίνη, κυστίνη) και πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε λυσίνη, που καλύπτει τις απαιτήσεις των μονογαστρικών ζώων (χοιρινά, πουλερικά). Αντίθετα, οι σπόροι των δημητριακών (κριθάρι) έχουν μικρή περιεκτικότητα σε λυσίνη, ενώ είναι σχετικά πλούσιοι σε μεθειονίνη. Επομένως, οι πρωτεΐνες των δημητριακών και του ρεβιθιού είναι από θρεπτική άποψη συμπληρωματικές και θα πρέπει στα σιτηρέσια να συνυπάρχουν.

Πρόσφατα πειράματα διατροφής σε πρόβατα για πάχυνση, σε πρόβατα για γαλακτοπαραγωγή, σε χοιρινά και σε πουλερικά που έγιναν στη χώρα μας στο Ινστιτούτο Κτηνοτροφίας Γιαννιτσών, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Κύπρου, αλλά και στην Τσεχία και την Ιταλία σε βοοειδή έδειξαν, σύμφωνα με τον κ. Ηλιάδη, ότι ο καρπός του ρεβιθιού μπορεί να αντικαταστήσει 100% τη σόγια στα σιτηρέσια των παραπάνω αναφερομένων ζώων με εξίσου άριστα αποτελέσματα στην παραγωγή κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως με τη σόγια

 Πηγή: http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=13816&subid=2&pubid=111867237

www.bioprasino.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου