Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Προστασία των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου κατά το δίκαιο

ΣΟΦΙΑ Ε. ΠΑΥΛΑΚΗΔικηγόρος, ΜΔΕ Περιβαλλοντική Πολιτική
υπ. Δρ. Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Η έννοια του «ζωτικού χώρου» του ανθρώπου θεωρείται ότι περιλαμβάνει κάθε στοιχείο, το οποίο κρίνεται απαραίτητο για την ελεύθερη και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και καταλαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα περιβαλλοντικά αγαθά, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι κοινόχρηστοι χώροι πόλεων και οικισμών, κατ΄ εξειδίκευση δε του κανόνος αυτού και οι κοινόχρηστοι χώροι αστικού και περιαστικού πρασίνου. Παράλληλα, οι συνταγματικού επιπέδου αρχές της βιωσίμου (αειφόρου) αναπτύξεως και του πολεοδομικού κεκτημένου, εγγυώμενες ότι οποιαδήποτε επέμβαση ή άλλη δράση στο περιβάλλον ή τροποποίηση του πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού θα διασφαλίζει στο διηνεκές την προστασία του περιβάλλοντος χάριν και των επερχομένων γενεών και, σε κάθε περίπτωση, θα λειτουργεί με τρόπο που θα προάγει το ήδη υφιστάμενο επίπεδο προστασίας, επιτάσσουν ότι δεν είναι επιτρεπτή η μείωση ή κατάργηση κοινοχρήστων χώρων πρασίνου με τη συνακόλουθη επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων. Τυχόν δε σχετική προσβολή συνιστά και παράνομη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, λόγω της ματαίωσης της δυνατότητας χρήσεως και απολαύσεως του αστικού πρασίνου ως περιβαλλοντικού αγαθού, που αποτελεί και βασικό στοιχείο του ζωτικού χώρου του ανθρώπου και συμβάλλει στην εξασφάλιση υγείας, ποιότητας ζωής και αισθητικής. Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, η παρούσα μελέτη εξετάζει το ζήτημα της προστασίας των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου, που παρέχεται κατά το δίκαιο, μέσα από το τρίπτυχο: α) της Συνταγματικής προστασίας κατά το άρθρο 24, β) της προστασίας κατά το ιδιωτικό δίκαιο, όπου ειδικότερα εξετάζονται η έννοια της κοινοχρησίας των περιβαλλοντικών αγαθών και η θεωρία της «τριτενέργειας», και γ) της συμβολής των αρχών της «αειφορίας» και του «πολεοδομικού κεκτημένου» στην προστασία του ζωτικού χώρου του ανθρώπου.
Ι. Συνταγματική προστασία κατά το άρθρο 24
Στην ελληνική έννομη τάξη θεμελιώδη διάταξη για την προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί το άρθρο 24 του ισχύοντος Συντάγματος.[1] Το περιβάλλον ορίζεται ως το σύνολο των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, οι οποίοι αλληλεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν δημιουργώντας βιοκοινότητες και οικοσυστήματα.[2] Η έννοια του περιβάλλοντος περικλείει το σύνολο των συνθηκών, στις οποίες ζει και αναπτύσσεται ένας οργανισμός, το σύνολο των όντων της δημιουργίας, όπως και τους κανόνες και νόμους που διέπουν την ίδια τη ζωή. Το περιβάλλον θα μπορούσε επίσης να ορισθεί ως ένα δυναμικό σύστημα, το οποίο εξελίσσεται και προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες αντιδράσεις και επιδράσεις των στοιχείων και παραγόντων που το συναποτελούν, ως ένα «μεγασύστημα» αποτελούμενο από οικοσυστήματα και ανθρωπογενή συστήματα τελούντα σε πολύπλοκες σχέσεις δυναμικής αλληλεπίδρασης.[3]
Περιβάλλον και φύση δεν είναι έννοιες ταυτόσημες. Το περιβάλλον περιλαμβάνει στοιχεία, τα οποία ενδεχομένως δεν αφορούν τη φύση, όπως ο αστικός χώρος, ενώ η φύση προσδιορίζεται ως το σύνολο των στοιχείων που βρίσκονται έξω από την ορθολογική και τεχνική δραστηριότητα του ανθρώπου.[4] Η συνειδητοποίηση της ανάγκης νομικής κάλυψης της προστασίας του περιβάλλοντος, υπό την έννοια της ένταξης της προστασίας του στον χώρο του δικαίου, οδήγησε στη σύσταση ενός αυτόνομου κλάδου δικαίου, του «Δικαίου του Περιβάλλοντος», το οποίο συνοπτικά μπορεί να ορισθεί ως το δίκαιο για την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της οικολογικής βλάβης.[5]
Η έννοια της προστασίας του περιβάλλοντος προϋποθέτει την έννοια της περιβαλλοντικής ανάγκης, ήτοι της ανάγκης για περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο, το οποίο δεν θέτει σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του ανθρώπου και των ειδών, αλλά τους επιτρέπει να διατηρήσουν τη θέση τους, την ισορροπία τους και τη βιώσιμη ανάπτυξή τους στο σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών συστημάτων. Η προστασία του περιβάλλοντος, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, στοιχειοθετεί υποχρέωση του Κράτους και αντίστοιχο δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα στο περιβάλλον είναι ένα συνταγματικό (θεμελιώδες) δικαίωμα, εφ΄ όσον την ύπαρξη και την άσκησή του εγγυάται μια συνταγματική διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος, η οποία δεσμεύει και τις τρεις συντεταγμένες εξουσίες: τον νομοθέτη, τη δημόσια διοίκηση και τον δικαστή, και δεν δύναται να καταργηθεί με τυπικό νόμο ή με διοικητική πράξη.
Το Σύνταγμα του 1975 περιέλαβε, για πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνικών Συνταγμάτων, ρητές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος.[6] H συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος καταλαμβάνει το φυσικό περιβάλλον, με ιδιαίτερη έμφαση στα δασικά οικοσυστήματα (άρθρο 24 παρ. 1 και ερμηνευτική δήλωση σε συνδυασμό με το άρθρο 117 παρ. 3-4) και το ανθρωπογενές περιβάλλον: οικιστικό (άρθρο 24 παρ. 2-5) και πολιτιστικό (άρθρο 24 παρ. 1, 6).[7] Από το άρθρο 24 του Συντάγματος απορρέει υποχρέωση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος με τη λήψη των απαιτούμενων νομοθετικών, διοικητικών, προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, παρεμβαίνοντας, στον αναγκαίο βαθμό, και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα.
Το άρθρο 24 του Συντάγματος αποτελεί το κύριο, όχι όμως και αποκλειστικό συνταγματικό έρεισμα προστασίας του περιβάλλοντος. H διασφάλιση των περιβαλλοντικών αγαθών είναι επιταγή άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και την πραγμάτωση άλλων δικαιωμάτων, όπως ιδίως το δικαίωμα στην υγεία (άρθρο 5 παρ. 5 συνδ. 21 παρ. 3 του Συντάγματος).
Το αντικείμενο του δικαιώματος στο περιβάλλον ορίζεται με τη δέουσα ευρύτητα, ώστε να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συνθέτουν εκάστοτε τον υπό ευρεία έννοια «ζωτικό χώρο» του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων καθοριστική θέση κατέχουν οι κοινόχρηστοι, ελεύθεροι χώροι των πόλεων και των οικισμών και οι χώροι πρασίνου.[8]
Με τη ρητή κατοχύρωση της «αρχής της αειφορίας» στο άρθρο 24 του Συντάγματος, η οποία επήλθε με την αναθεώρηση του 2001, επιτάσσεται η στάθμιση της οικονομικής ανάπτυξης με την περιβαλλοντική προστασία.[9]Η αρχή της αειφορίας έχει τις ρίζες της στη γερμανική δασική επιστήμη του 18ου αιώνα. Θεμελιωτής της θεωρείται ο Hans – Carl von Carlowitz, με το έργο του «Sylvicultura oeconomica», στο οποίο, το 1713, ανέφερε ότι: «Πρέπει να υλοτομείται τόση μόνο ποσότητα ξύλου όση μπορεί να αναπτυχθεί και πάλι μέσω ενός μεθοδικού σχεδίου αναγέννησης – αναδάσωσης». Βασικός άξονας της αρχής της αειφορίας είναι ο κανόνας ότι κάθε ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον πρέπει να γίνεται με τρόπο που διασφαλίζει την ισόρροπη σχέση μεταξύ εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και εξέλιξης των οικοσυστημάτων χάριν και των επομένων γενεών.
Η συνταγματική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ορίζει το Κράτος ως υποκείμενο της υποχρέωσης προστασίας του περιβάλλοντος, φυσικού και πολιτιστικού. Κύριος αποδέκτης του δικαιώματος στο περιβάλλον είναι επομένως το Κράτος με όλα τα όργανά του: νομοθετικά, διοικητικά, δικαστικά, τα οποία οφείλουν, αρνητικά μεν να μην προβαίνουν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του περιβάλλοντος ή της προστασίας του, θετικά δε να προστατεύουν το περιβάλλον, προληπτικά ή κατασταλτικά.[10]
Από το δικαίωμα στο περιβάλλον δεσμεύονται ως αποδέκτες του όλοι οι φορείς του δημοσίου τομέα, τόσο η δημόσια Διοίκηση κατά την έκδοση των πάσης φύσεως διοικητικών πράξεων, είτε κατά δέσμια αρμοδιότητα είτε κατά διακριτική ευχέρεια, όσο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα όργανά τους. Με τα κρατικά όργανα εξομοιώνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου τομέα και οι επιχειρήσεις, των οποίων αποκλειστικός ή κύριος μέτοχος είναι το κράτος.[11]
Το περιεχόμενο του δικαιώματος στο περιβάλλον είναι σύνθετο: κατ΄ αρχήν προσωπικό, υπό την έννοια ότι προστατεύει τη ζωή και την υγεία ως κατ΄ εξοχήν προσωπικά αγαθά. Ως ατομικό δικαίωμα, το δικαίωμα στο περιβάλλον έχει χαρακτήρα αρνητικό, αμυντικό, ο οποίος θέτει όρια στη δράση της κρατικής εξουσίας και στοχεύει στη δημιουργία για το άτομο μιας σφαίρας ελεύθερης από κάθε κρατική παρέμβαση (status libertatis ή negatives). Σε περίπτωση δε που το Κράτος παραβιάζει την υποχρέωση αυτή αποχής – μη επέμβασης, ο θιγόμενος δύναται να ζητήσει επανόρθωση μέσω της δικαστικής οδού.[12] Υπ΄ αυτή την έννοια, το δικαίωμα στο περιβάλλον σημαίνει:[13] α) υποχρέωση του Κράτους να μην προσβάλλει άμεσα το περιβάλλον με δραστηριότητες ή αποφάσεις, που λαμβάνει στο πλαίσιο της δημόσιας εξουσίας και να μην προσβάλλει, διά των οργάνων του, την ελεύθερη άσκηση της συμμετοχής των ατόμων στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον. Η υποχρέωση δηλαδή του Κράτους συνιστά μία αρνητική δέσμευσή του να μην προβαίνει σε ρυθμίσεις αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος και σε περίπτωση που τέτοιες ρυθμίσεις έχουν θεσπισθεί, να μην τις εφαρμόζει ως αντισυνταγματικές, και β) υποχρέωση αποχής του Κράτους από βλαπτικές ενέργειες κατά του περιβάλλοντος, προκειμένου το τελευταίο να αποτελέσει πεδίο ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας με υγεία και υψηλή ποιότητα.[14]
Περαιτέρω, το δικαίωμα στο περιβάλλον αναγνωρίζεται και ως κατ΄ εξοχήν κοινωνικό δικαίωμα, ενταγμένο στο πλαίσιο της υποχρεώσεως του Κράτους, ως συγχρόνου κοινωνικού κράτους δικαίου, όχι μόνο να απέχει από οποιαδήποτε επέμβαση στον χώρο της ελευθερίας των ατόμων, αλλά και να προβαίνει σε θετικά μέτρα και παροχές που διασφαλίζουν και υλοποιούν το περιεχόμενο της προστασίας των δικαιωμάτων προς τους πολίτες.[15]
Τα κοινωνικά δικαιώματα ανήκουν στην κατηγορία των δικαιωμάτων θετικής αποκατάστασης (status positives), υπό την έννοια ότι συνεπεία του θετικού περιεχομένου τους οι φορείς τους απαιτούν από το Κράτος ορισμένες παροχές, οι οποίες συνιστούν νομιμοποιημένες απαιτήσεις θετικής ενέργειας. Στα κοινωνικά δικαιώματα υπάγονται όλα τα δικαιώματα που συνδέονται με την κοινωνική υπόσταση του προσώπου.[16]
Περαιτέρω, το δικαίωμα στο περιβάλλον προστατεύει ένα αγαθό, το οποίο λαμβάνει υπ΄ όψη και τη μέλλουσα ανθρωπότητα, δημιουργώντας στο παρόν συνθήκες που επιτρέπουν και διασφαλίζουν τη διατήρηση και την ανάπτυξή της.[17]
Το δικαίωμα στο περιβάλλον, προσδιοριζόμενο ως το δικαίωμα του ανθρώπου σε ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο, έχει περιεχόμενο μεταβλητό, άμεσα σχετιζόμενο με τις γενικότερες αντιλήψεις, τους στόχους και τις ακολουθούμενες πολιτικές στην οικονομία, τη χωροταξία, την τεχνολογία και τα ενεργειακά θέματα. Ειδικότερα δε σε αναφορά με τους κοινοχρήστους χώρους πρασίνου, ως στοιχείων του περιβάλλοντος, η προστασία που παρέχεται από το Σύνταγμα και εξειδικεύεται από την ειδική προς τούτο νομοθεσία έχει την έννοια της διαφυλάξεώς τους μέσω της λήψεως των αναγκαίων μέτρων και μέσω της αειφορικής διαχειρίσεώς τους, προκειμένου να καθίσταται δυνατή στο διηνεκές η αέναη εκπλήρωση του σκοπού τους, συνισταμένη στην ελεύθερη και ακώλυτη χρήση και απόλαυση του πρασίνου από το κοινό.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου αποτελούν «χώρους τεχνητώς δημιουργηθέντος υποκαταστάτου φυσικού περιβάλλοντος», η δε πολεοδομική λειτουργία τους συνίσταται προεχόντως στην αναψυχή των επισκεπτών τους, συνεπεία της κατά «την προσωρινή παραμονή τους επαφής τους με το περιβάλλον αυτό».[18]
Καθίσταται επομένως σαφές ότι οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, καίτοι στοιχεία και μεγέθη κατ΄ εξοχήν του αστικού, δομημένου χώρου, αντιμετωπίζονται από το δίκαιο, χάριν της σπουδαίας λειτουργίας του πρασίνου και της αναψυχής που επιτελούν, και ως αυτούσια συστήματα φυσικού κεφαλαίου εντός του οικιστικού ιστού. Διαθέτουν επομένως οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου διττό χαρακτήρα, ως στοιχεία τόσο του φυσικού όσο και του οικιστικού περιβάλλοντος, που ενεργοποιεί, κατά τούτο, ολόκληρο το φάσμα της συνταγματικά προβλεπομένης προστασίας του άρθρου 24 τόσο όσον αφορά το φυσικό περιβάλλον, κατά την παράγραφο 1 αυτού όσο και το οικιστικό – δομημένο περιβάλλον κατά τις ακόλουθες παραγράφους 2 έως και 5 αυτού. Σε περίπτωση δε που εντός κοινοχρήστου χώρου πρασίνου κείται και ορισμένο προστατευόμενο στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως λ.χ. αρχαιολογικός χώρος, μνημείο με τον περιβάλλοντα χώρο του, ιστορικός τόπος, αρχιτεκτονικό ή παραδοσιακό σύνολο κ.λπ., συντρέχει η εφαρμογή και της τελευταίας παραγράφου 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος που υπαγορεύει προς την Πολιτεία την υποχρέωση προστασίας των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Γίνεται επομένως δεκτό ότι συνταγματικής προστασίας τυγχάνει όχι μόνο το φυσικό, αλλά και το οικιστικό – αστικό περιβάλλον, εκ του οποίου εξαρτάται εν πολλοίς η υγεία και η ποιότητα ζωής των κατοίκων των πόλεων, μεταξύ δε των διαφόρων παραγόντων του αστικού περιβάλλοντος, πρόδηλη ζωτική σημασία έχουν οι ελεύθεροι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, οι οποίοι, προκειμένου ιδίως για τις σύγχρονες «μεγαπόλεις», αποτελούν το εντελώς απαραίτητο για την υγεία των ανθρώπων υποκατάστατο του φυσικού περιβάλλοντος. Η ανάγκη προστασίας των χώρων αυτών καθίσταται συνεχώς επιτακτικότερη καθ΄ ο μέτρο επιχειρείται, φανερά ή συγκεκαλυμμένα, η φαλκίδευση της εκτάσεώς τους προς επιδίωξη άλλων δημοσίων σκοπών, λόγω και του υπέρογκου κόστους των απαλλοτριώσεων στη σύγχρονη πόλη.[19]
Σε άμεση συνάφεια με όσα προελέχθησαν, έχει περαιτέρω γίνει παγίως δεκτό ότι εντός των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου επιτρέπονται αποκλειστικά και μόνον κατασκευές απαραίτητες για την επιτέλεση της λειτουργίας τους ως χώρων πρασίνου και αναψυχής, δηλαδή μη κτηριακές κατασκευές, οι οποίες απλώς και μόνον διευκολύνουν την επαφή του κοινού με το φυσικό περιβάλλον, οι δε κτηριακές εγκαταστάσεις επιτρέπονται όλως κατ΄ εξαίρεση και σε ελάχιστο ποσοστό της εκτάσεως των περί ων πρόκειται κοινοχρήστων χώρων.[20]
Έχει επίσης κριθεί ότι η διατήρηση των χώρων πρασίνου αποτελεί πλέον ύψιστη προτεραιότητα για την προστασία της ποιότητος του αστικού περιβάλλοντος, ούτως ώστε ακόμα και η απώλεια ελάχιστης τέτοιας εκτάσεως να λογίζεται ως ανεπίτρεπτη επιδείνωση του οικιστικού περιβάλλοντος. Και ναι μεν δύναται ο νομοθέτης, στο πλαίσιο αστικών αναπλάσεων, να προβαίνει σε αναδιάταξη κοινοχρήστων χώρων πόλεων και οικισμών, αλλά μόνον υπό τον απαράβατο όρο ότι από τις εν λόγω αναπλάσεις δεν μειώνεται, ούτε κατ΄ ελάχιστον, η έκταση των χώρων αυτών, γεγονός που υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή.[21]
Υπό την έννοια αυτή, δύναται μεν, στο πλαίσιο διενεργουμένης αναπλάσεως, να πραγματοποιείται «ανταλλαγή» κοινοχρήστου χώρου με οικοδομήσιμο, σύμφωνα με την οποία κοινόχρηστος χώρος, αφού αποχαρακτηρισθεί, καθίσταται οικοδομήσιμος έναντι αφορισμού ίσης εκτάσεως οικοδομήσιμου χώρου σε κοινόχρηστο, πλην όμως για μεν τον αποχαρακτηρισμό κοινοχρήστου χώρου αρκεί τροποποίηση του οικείου σχεδίου πόλεως, για δε τη μετατροπή οικοδομήσιμου χώρου σε κοινόχρηστο απαιτείται και συντέλεση της οικείας απαλλοτριώσεως. Ενυπάρχει με τον τρόπο αυτό στην εν λόγω «ανταλλαγή» ο κίνδυνος προσωρινής ή και οριστικής απώλειας του αφορισθέντος κοινοχρήστου χώρου, σε περίπτωση που καθυστερήσει ή ματαιωθεί η συντέλεση της απαλλοτριώσεως.[22]
Για τούτο, στοιχειώδης εγγύηση των συνταγματικά προστατευομένων αστικών κοινοχρήστων χώρων αποτελεί ο σεβασμός του κανόνα «πράσινο αντί πρασίνου», που πρακτικά σημαίνει ότι ο αποχαρακτηρισμός κοινοχρήστου χώρου, στο πλαίσιο αναπλάσεως, τελεί υπό τον αυτονόητο όρο της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως του αφοριζομένου, σε αντιστάθμισή του, οικοδομήσιμου χώρου, μη αρκούσης της απλής κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, η οποία εμπεριέχεται στην τροποποίηση του σχεδίου πόλεως. Έχουν επίσης κριθεί ασύμβατες και ανεπίτρεπτες με τη συνταγματικά προστατευόμενη ζωτική λειτουργία των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου στη σύγχρονη πόλη άλλες παράλληλες χρήσεις τους που αποκλείουν, αλλοιώνουν ή επηρεάζουν δυσμενώς την κατά τον κύριο προορισμό τους χρήση τους. Τέτοια δε ασυμβίβαστη και ανεπίτρεπτη χρήση κρίθηκε ότι συνιστούσε και η κατασκευή δημοσίου υπογείου χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ο οποίος με την αυξημένη κίνηση αυτοκινήτων, την οποία κατά κοινή πείρα θα συνεπαγόταν στην περιοχή, θα διατάρασσε σοβαρά την ακώλυτη πρόσβαση και την ήσυχη και απερίσπαστη απόλαυση του κοινοχρήστου χώρου πρασίνου από το κοινό.[23]
ΙΙ. Προστασία κατά το ιδιωτικό δίκαιο – Η έννοια της κοινοχρησίας των περιβαλλοντικών αγαθών και η θεωρία της τριτενέργειας
Ιδιαίτερα σημαντικό στον χώρο του δικαίου του περιβάλλοντος είναι το ζήτημα της «τριτενέργειας» των συνταγματικών δικαιωμάτων. Το περιεχόμενο της έννοιας της τριτενέργειας αναφέρεται στην εφαρμογή των ατομικών δικαιωμάτων στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και σημαίνει ότι τα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα προστατεύονται όχι μόνον έναντι των φορέων της δημόσιας εξουσίας, αλλά και έναντι των ιδιωτών, έχουν δηλαδή εφαρμογή και στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου.[24]
Το ιδιωτικό δικαίωμα χρήσεως των κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγμάτων, στα οποία κατ΄ εξοχήν συγκαταλέγονται τα περιβαλλοντικά αγαθά, αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον. Οι προσβολές του δικαιώματος αυτού από ιδιώτες αντιμετωπίζονται με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και όχι με άμεση εφαρμογή του άρθρου 24 του Συντάγματος, η συνταγματική όμως επιταγή επιβάλλει την αρχή της προστασίας του περιβάλλοντος ως γενική αρχή που διέπει το σύνολο της εννόμου τάξεως.[25]
Ούτως «κοινής χρήσεως» (κοινόχρηστα) είναι τα πράγματα που βρίσκονται στην άμεση διάθεση κάθε προσώπου για ελεύθερη χρήση, σύμφωνα με τον προορισμό τους, με στόχο τη θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος (ΑΚ 967).[26] Με τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ ορίζεται περαιτέρω ρητά ότι τα κοινόχρηστα πράγματα ανήκουν στα «πράγματα εκτός συναλλαγής».[27]
Με την αφιέρωση δε ενός πράγματος στην κοινή χρήση επιδιώκεται η απόλαυσή του από όλους γενικά.[28] Τούτο σημαίνει ότι ο πολίτης δικαιούται να χρησιμοποιεί το κοινό πράγμα (κοινόχρηστο) ελεύθερα.[29] Η σχέση του πολίτη προς το κοινόχρηστο πράγμα συνίσταται στην εξουσία που έχει να το χρησιμοποιεί ελεύθερα, όχι όμως χωρίς περιορισμούς που απορρέουν είτε από τον προορισμό που έχει το πράγμα είτε από τη σύγχρηση των άλλων.[30] Πρόκειται για εξουσία μόνο χρήσεως του πράγματος, εξουσία που δεν είναι άμεση. Αυτή η εξουσία χρήσεως δεν απορρέει από εμπράγματη σχέση ούτε ανάγεται σε εμπράγματο δικαίωμα, δεκτού γενομένου ότι τα κοινής χρήσεως πράγματα είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, μη δεκτικά, ως εκ τούτου, εμπραγμάτων δικαιωμάτων από κάθε πολίτη, ο οποίος διαθέτει μόνον εξουσία χρήσεώς τους.
Συναφώς, έχει γίνει δεκτό[31] ότι από τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα, που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ σε περίπτωση παρακώλυσης ή αποβολής από τη χρήση κοινοχρήστου πράγματος. Συγκεκριμένα, στην έννοια της «προσωπικότητας» περιέχονται όλες εκείνες οι αστάθμητες αξίες, οι οποίες απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου και προστατεύονται όλα τα αγαθά που τη συγκροτούν, ήτοι, μεταξύ άλλων:[32] α) στοιχεία αναφορικά με τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία του προσώπου (σωματικά αγαθά), β) στοιχεία αναγόμενα στον ψυχικό και συναισθηματικό – κόσμο του ανθρώπου (ψυχικά αγαθά), γ) στοιχεία σχετικά με την ελευθερία προς ανάπτυξη της προσωπικότητας, δ) στοιχεία συνδεόμενα με την τιμή του προσώπου, ε) στοιχεία του ιδιωτικού βίου και της σφαίρας του απορρήτου.[33] Στη δε έννοια του «δικαιώματος επί της προσωπικότητας» περιλαμβάνονται όλα τα άυλα αγαθά, τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο και ανήκουν σε αυτό, όπως και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου.[34]
Από τα ανωτέρω απορρέει και το δικαίωμα χρήσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων (άρθρα 967-970 ΑΚ), που εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια του περιβάλλοντος και συμπίπτουν, σε ευρεία κλίμακα, με τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά αγαθά, συνιστώντας τόσο προϋπόθεση της ζωής όσο και στοιχεία για την εξασφάλιση ποιότητας ζωής. Συνεπώς, το δικαίωμα χρήσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων αποτελεί αυτοτελή
εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας, όπως προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, η δε συμπεριφορά, με την οποία διαταράσσεται από τρίτους στοιχείο περιβαλλοντικό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε είτε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του είτε να καθίσταται αδύνατη η χρήση του, συνιστά παράνομη προσβολή κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 970 ΑΚ, όπως εμπλουτίζονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος.[35]
Στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, το περιβάλλον ορίζεται ως το σύνολο των αγαθών που συνθέτουν τον «ζωτικό χώρο» του ανθρώπου. Επομένως κεντρικής σημασίας για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω των ιδιωτικού δικαίου διατάξεων για την προστασία της προσωπικότητας είναι η έννοια του ζωτικού χώρου, δηλαδή του υλικού πλαισίου, εντός του οποίου επιτυγχάνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου.[36]
Η εξουσία χρήσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων απορρέοντας, κατά τα ανωτέρω, από το πρωταρχικό και θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικότητας, αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας ως στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 5 παρ. 1 του Συντάγματος[37] και 57 ΑΚ.[38] Σε περίπτωση δε προσβολής του, το δικαίωμα στα κοινόχρηστα πράγματα προστατεύεται, όπως το δικαίωμα του ατόμου στην προσωπικότητά του.[39] Γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι το δικαίωμα στο περιβάλλον συνιστά συλλογικό αγαθό και μείζον δημόσιο συμφέρον, που αφορά την υγεία και τη ζωή του συνόλου των ανθρώπων.[40]
Επομένως, το δικαίωμα του ανθρώπου στη χρήση και απόλαυση της ωφέλειας του «ζωτικού χώρου» του αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση της κατοχυρώσεως από το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος του δικαιώματος στο περιβάλλον, το οποίο τριτενεργεί στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 967 επ. ΑΚ.[41] Η με οποιοδήποτε τρόπο προσβολή στοιχείου του ζωτικού χώρου του ανθρώπου συνιστά προσβολή του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της αξίας του προσώπου, την οποία δεν μπορεί να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε κανονιστική διάταξη της κοινής νομοθεσίας, αφού μια τέτοια διάταξη θα είναι αντισυνταγματική και παράνομη.[42]
Κατά τον Ιω. Καράκωστα: «Η νομολογία του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έτρεξε πέραν και πάνω από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 24 του Συντάγματος, διαβλέψασα ότι η προστασία του περιβάλλοντος έπρεπε, σύμφωνα με τον σκοπό της, να αναχθεί σε πρωτίστης προτεραιότητας δικαιικό στόχο. Η θεωρία στο πεδίο του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου συνέδεσε το περιβάλλον με το πολιτικό, κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα χρήσεως, ωφελείας και απολαύσεως του ζωτικού χώρου, ως έκφρασης της προσωπικότητας με τη μορφή δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου δικαιώματος».[43]
Ειδικότερα, τα περιβαλλοντικά αγαθά αποτελούν δικαίωμα όλων, αφού συνεισφέρουν στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.[44] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και όλοι οι ειδικοί νομοθετικοί κανόνες,[45] οι οποίοι εκφράζουν εν τέλει τον άμεσο έλεγχο του Κράτους, πέρα και πάνω από κάθε τυχόν ιδιωτικό εμπράγματο δικαίωμα, επί του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο, στο πλαίσιο της συνταγματικής αρχής της αειφορίας, πρέπει να παραδίδεται ακέραιο στις επόμενες γενεές.[46]
Με αφετηρία επομένως το απορρέον από το δικαίωμα στην προσωπικότητα δικαίωμα χρήσεως των κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγμάτων, στα οποία συγκαταλέγονται τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά αγαθά, γίνεται δεκτό ότι το ιδιωτικό δίκαιο κατοχυρώνει το δικαίωμα του ανθρώπου σε έναν βιώσιμο, υγιεινό και ποιοτικό ζωτικό χώρο, όπως αυτός προσδιορίζεται τόσο από τα άρθρα 966 επ. ΑΚ όσο και
από τις θεμελιώδεις αξιολογήσεις της εννόμου τάξεως, που υπαγορεύονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος.[47]
Ιδιαίτερα οι κοινόχρηστοι χώροι αστικού πρασίνου συγκαταλέγονται στα κοινής χρήσεως στοιχεία του περιβάλλοντος που συναποτελούν τον ζωτικό χώρο του ανθρώπου, συνιστώντας θεμελιώδη παράμετρο κάθε σύγχρονου χωρικού και πολεοδομικού σχεδιασμού που κατατείνει στη διαμόρφωση και ανάπτυξη βιώσιμων πόλεων και οικισμών.
Σύμφωνα άλλωστε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 4447/2016 (Α΄ 241/23.12.2016) «Χωρικός σχεδιασμός – Βιώσιμη ανάπτυξη και άλλες διατάξεις», οι κοινόχρηστοι χώροι καθορίζονται, σε επίπεδο πόλεως ή οικισμού, με τις ρυθμίσεις του Πολεοδομικού Σχεδίου Εφαρμογής που περιλαμβάνει το Πολεοδομικό Σχέδιο και την Πράξη Εφαρμογής,[48] ενώ με την παρ. 4 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι, μετά την έγκριση των Τοπικών Χωρικών Σχεδίων, κάθε οικιστική, παραγωγική ή άλλη ανάπτυξη επιτρέπεται μόνον εφ΄ όσον είναι συμβατή με τις χρήσεις γης και τους λοιπούς όρους και περιορισμούς που καθορίζονται με αυτά.
Συναφώς, κατ΄ άρθρο 7 παρ. 2 περ. δ΄ του πδ/τος 90/2018, αρμόδια διοικητικά όργανα, διαδικασίες και προθεσμίες έγκρισης, αναθεώρησης και τροποποίησης των πλαισίων και σχεδίων του συστήματος χωρικού σχεδιασμού του ν. 4447/2016 και ειδικότερο περιεχόμενο αυτών» ορίζεται ότι με βάση το πεδίο εφαρμογής και τον σκοπό των πολεοδομικών σχεδίων εφαρμογής, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 10 του ν. 4447/2016, αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων.[49]
Σύμφωνα ακόμα με το άρθρο 37 του προεδρικού διατάγματος της 19ης-27ης Ιουλίου 1999 «Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας» (ΚΒΠΝ – Δ΄ 580/27.07.1999), η επέκταση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και οικισμών προ του 1923, η ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και η επέκταση οικισμών μετά το 1923 στερουμένων εγκεκριμένου σχεδίου δεν επιτρέπονται, εφ΄ όσον είναι αντίθετες με τους όρους προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, με τις αρχές της πολεοδομικής επιστήμης και τους γενικότερους αναπτυξιακούς στόχους.
Περαιτέρω, δυνάμει του ν. 4277/2014 (Α΄ 156/01.08.2014, δ/σφ. Α΄ 165/26.08.2014) «Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας – Αττικής και άλλες διατάξεις» καθορίζεται ότι η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος προωθείται, μεταξύ άλλων, με τη διατήρηση, οικολογική διαχείριση και ανάδειξη των προστατευομένων φυσικών περιοχών ως πυρήνων βιοποικιλότητας και με τη διαμόρφωση εντός του αστικού ιστού ενός δικτύου κοινοχρήστων χώρων πρασίνου (άρθρο 17). Το πρότυπο χωρικής οργάνωσης της Αττικής διαμορφώνεται, κατά το νέο ΡΣΑ, βάσει των στρατηγικών στόχων για την Περιφέρεια, ανταποκρίνεται στις αρχές της συμπαγούς πόλεως και στην ορθολογική χρήση φυσικών πόρων, εδαφών και ενέργειας και αποδίδει βαρύτητα τόσο στον αστικό όσο και στον εξωαστικό χώρο, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικές συνιστώσες ενός ενιαίου λειτουργικού συνόλου.
Ειδικότερα, ο εξωαστικός χώρος συγκροτείται ως ενιαία αυτόνομη οντότητα και προστατεύεται ως ζωτικός χώρος για την ποιότητα ζωής των κατοίκων και τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας, ως παραγωγικός χώρος για τη διατήρηση της πρωτογενούς παραγωγής, ως συστατικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας και του τοπίου της Αττικής, αλλά και ως συγκριτικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα που βελτιώνει την ελκυστικότητά της (άρθρο 7). Ο σχεδιασμός και η διαχείριση των κοινοχρήστων ή άλλων ελευθέρων χώρων πρασίνου στον αστικό και περιαστικό χώρο αποτελούν, κατά το νέο ΡΣΑ, δομικό στοιχείο για την οργάνωση και ανασυγκρότηση του αστικού χώρου. Η άρθρωση του αστικού πρασίνου αποτελεί οργανικό μέρος των αναγκαίων συνδέσεων για την υλοποίηση ενός «πρασίνου τόξου» (άρθρο 19 παρ. 1), στο δε δίκτυο αστικού και περιαστικού πρασίνου, εντάσσονται κατά το δυνατόν και όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι, οι ιστορικοί τόποι, τα μνημεία, τοπία, ευαίσθητες περιοχές, ακτές κ.ά. που καταλαμβάνει (άρθρο 19 παρ. 2) και ενσωματώνονται οι κατευθύνσεις των εθνικών πολιτικών για το τοπίο, σύμφωνα με τον ν. 3827/2010.
Γίνεται επομένως σαφές, ενόψει των προεκτεθέντων, ότι το ισχύον δίκαιο αντιμετωπίζει το αστικό και περιαστικό πράσινο ως θεμελιώδες στοιχείο του ζωτικού χώρου του ανθρώπου καταβάλλοντας την απαραίτητη μέριμνα, προκειμένου να συμπεριλάβει στο πλέγμα των προστατευτικών του διατάξεων το σύνολο των περιβαλλοντικών αγαθών, τα οποία το κοινόχρηστο πράσινο ενσωματώνει και τα οποία προστατεύονται σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος τόσο ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος κατά την παράγραφο 1 αυτού (φυσικοί πόροι, βιοποικιλότητα, βλάστηση, προστατευόμενες περιοχές, ύδατα κ.ά.), όσο και ως στοιχεία του οικιστικού, δομημένου περιβάλλοντος κατά τις παραγράφους 2 έως και 5 του άρθρου 24 καθώς επίσης και ως προστατευόμενα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς κατά τις παραγράφους του 1 και 6 του άρθρου 24, εφ΄ όσον περιλαμβάνουν προστατευόμενους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία, αρχιτεκτονικά και παραδοσιακά σύνολα, τοπία, ιστορικούς τόπους κ.ά. Τα στοιχεία αυτά αντιμετωπίζονται ως ενιαία ενότητα περιβαλλοντικών αγαθών που αλληλεπιδρούν στον χώρο του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, από δε τη συνδρομή τους και την κοινή χρήση και απόλαυση των ωφελειών και δυνατοτήτων που παρέχουν διαμορφώνεται ο επίσης προστατευόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, από το δίκαιο «ζωτικός χώρος» εντός του οποίου ο άνθρωπος διαβιεί, εξελίσσεται και αναπτύσσεται αρμονικά και δημιουργικά.
Κάθε φορά, επομένως, που συντελείται στον χώρο ορισμένη περιβαλλοντικά επαχθής παρέμβαση ή οχλούσα δραστηριότητα ή άλλη βλάβη, που αναιρεί την κοινή χρήση του δημοσίου πρασίνου ως περιβαλλοντικού αγαθού, συντρέχει και στην περίπτωση αυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 57 και 970, όπως αυτές φωτίζονται και εμπλουτίζονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος. Το παράνομο εν προκειμένω θεμελιώνεται, όπως ανωτέρω αναλύθηκε, στην κατάργηση, βλάβη ή παρακώλυση της χρήσης και απόλαυσης της ωφέλειας που πηγάζει από το κοινόχρηστο πράσινο ως περιβαλλοντικό αγαθό και ως βασικό στοιχείο του ζωτικού χώρου του ανθρώπου, χωρίς μάλιστα να απαιτείται περαιτέρω η παραβίαση άλλης διατάξεως.[50]
Οι ιδιωτικού δικαίου αξιώσεις που παρέχονται σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος χρήσης και απόλαυσης κοινοχρήστου πρασίνου, ως στοιχείου του περιβάλλοντος και του ζωτικού χώρου του ανθρώπου, και οι οποίες περαιτέρω συνάγονται από την προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας (ΑΚ 57), είναι οι ακόλουθες: α) αξίωση για άρση της προσβολής, β) αξίωση για παράλειψη της προσβολής στο μέλλον, γ) αξίωση για αποζημίωση, εφ΄ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης κατά το δίκαιο και δ) αξίωση για ικανοποίηση τυχόν επελθούσας ηθικής βλάβης (ΑΚ 59).[51]
ΙΙΙ. Η συμβολή των αρχών της «αειφορίας» και του «πολεοδομικού κεκτημένου» στην προστασία του ζωτικού χώρου του ανθρώπου
Σύμφωνα και με όσα αναλυτικά προειπώθηκαν, τα περιβαλλοντικά αγαθά συνιστούν κατά κανόνα κοινόχρηστα πράγματα και θεμελιώδη στοιχεία του ζωτικού χώρου του ανθρώπου κατά την απολύτως κρατούσα άποψη στη σύγχρονη επιστήμη του δικαίου και στη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας. Οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου συναποτελούν, από κοινού με τα λοιπά προστατευόμενα στοιχεία του περιβάλλοντος, τον «ζωτικό χώρο» του ανθρώπου, όπως αναλύθηκε ως άνω. Στη δε προστασία του ζωτικού χώρου του ανθρώπου, εκτός από την έννοια της «κοινοχρησίας» των περιβαλλοντικών αγαθών που τον συναποτελούν, καθοριστικά συμβάλλουν και οι αρχές της «αειφορίας» («βιωσιμότητας») και του «πολεοδομικού κεκτημένου», όπως κατοχυρώνονται συνταγματικά και νομοθετικά, αλλά και όπως διαπλάστηκαν από τη νομολογία των δικαστηρίων μας στο πέρασμα του χρόνου.
Με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, η οποία εξειδικεύεται με τη συνακόλουθη υποχρέωσή του να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για τη διαφύλαξή του. Τα μέτρα αυτά πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, όπως ομοίως καθιερώνεται στο Σύνταγμα.[52] Η αρχή της αειφορίας επιτάσσει, όπως η οικονομική δραστηριότητα ασκείται και αναπτύσσεται υπό το πρίσμα της προστασίας του περιβάλλοντος. Τούτο επιβάλλει η άσκηση κάθε είδους δικαιωμάτων στα περιβαλλοντικά αγαθά να κρίνεται, κάθε φορά, επί τη βάσει της διατάξεως του άρθρου ΑΚ 281 και υπό το πνεύμα της αρχής της αειφορίας (βιωσιμότητας), που εκφράζουν τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και συνιστούν το αναγκαίο όριο και κριτήριο της καταχρηστικότητας κάθε επεμβάσεως ή δράσεως στο περιβάλλον.
Καθιερώνεται επομένως η αρχή της αειφόρου αναπτύξεως, η οποία προβάλλεται ως ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και συνίσταται στην κοινοχρησία και στην κοινή απόλαυση των περιβαλλοντικών αγαθών σε διαχρονική διάσταση.[53] Σύμφυτη με την έννοια της αειφορίας, η αρχή της «βιωσίμου αναπτύξεως» οριοθετείται ομοίως ως η μορφή ανάπτυξης που ικανοποιεί τις ανάγκες του ανθρώπου στον παρόντα χρόνο χωρίς να εξαντλεί τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες[54] και επιβάλλει κάθε ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον καθώς επίσης και η χρήση και κάρπωση των φυσικών πόρων να συντελούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάθε περίπτωση, να διασφαλίζεται η ισόρροπη σχέση μεταξύ εκμεταλλεύσεως και εξελίξεως των οικοσυστημάτων χάριν και των επομένων γενεών.[55]
Οι θεμελιώδεις για το δίκαιο προστασίας του περιβάλλοντος αρχές της «αειφορίας» και της «βιωσιμότητας» είναι συνυφασμένες και με την αρχή του «πολεοδομικού κεκτημένου», δεκτού γενομένου ότι και οι δύο ως άνω αρχές ενέχουν το στοιχείο της εις το διηνεκές διατηρήσεως υγιούς και ισορρόπου φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος εντός του οποίου τόσο ο σύγχρονος άνθρωπος όσο και οι μέλλουσες γενεές θα μπορούν να διαβιούν και να αναπτύσσονται αρμονικά. Από την άλλη, η αρχή του «περιβαλλοντικού κεκτημένου», κατ΄ εξειδίκευσή της δε και του πολεοδομικού, έχοντας συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 24 παρ. 1 και 2 και διαμορφωθείσα κυρίως νομολογιακά, επιτάσσει ότι ο κοινός νομοθέτης δεν δύναται να μεταβάλλει τις εκάστοτε ισχύουσες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις με τρόπο που θα επιφέρει επιδείνωση του υφισταμένου φυσικού ή οικιστικού περιβάλλοντος, δυνάμενος μόνο να επεμβαίνει στον βαθμό που βελτιώνει το υφιστάμενο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.[56]
Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Μιχ. Δεκλερής: «Η αρχή του βιωσίμου αστικού περιβάλλοντος σημαίνει ότι και η ζωή των ανθρώπων στους οικισμούς πρέπει να είναι βιώσιμη, αλλά και τα οικοσυστήματα που τους στηρίζουν πρέπει να είναι επίσης βιώσιμα».[57] Τούτο επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, με τον κανόνα της μη επιτρεπτής επιδείνωσης των όρων δόμησης και με τη διασφάλιση του αστικού πρασίνου ως της ελάχιστης εκείνης βιόσφαιρας που είναι απαραίτητη για την υγεία των κατοίκων των πόλεων.[58]
Καθιερώνεται επομένως με την αρχή του «περιβαλλοντικού – πολεοδομικού κεκτημένου» ο κανόνας της διατήρησης μιας μορφής κατοχύρωσης και προστασίας, η οποία λειτουργεί σταθερά υπέρ του περιβάλλοντος (φυσικού και ανθρωπογενούς) σε ποιότητα στόχων και επιλογών, αλλά και ως εχέγγυο της διαρκούς εξασφάλισης ενός ολοένα υψηλότερου και ευρύτερου επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας κάθε φορά που προβάλλει και υλοποιείται από τον νομοθέτη ή τη δρώσα διοίκηση κάποια παρέμβαση ή μεταβολή στο φυσικό ή δομημένο περιβάλλον ή ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από τον δικαστή ορισμένος κανόνας δικαίου που αφορά τον περιβαλλοντικό και πολεοδομικό – χωρικό σχεδιασμό.
Θα μπορούσε ακόμα να υποστηριχθεί ότι, στο πλαίσιο της αρχής του «περιβαλλοντικού – πολεοδομικού κεκτημένου», η εκάστοτε παρεχομένη περιβαλλοντική προστασία διασφαλίζεται, ούτως ώστε οποιαδήποτε εφαρμογή της να γίνεται μόνο με τρόπο που επαυξάνει την ποιότητα ζωής και, σε κάθε περίπτωση, δεν απομειώνει το ήδη υπάρχον επίπεδο ισορροπίας, ποιότητας και βιωσιμότητας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος.
Στη νομολογία, θεμέλιο της αρχής του «πολεοδομικού κεκτημένου» θεωρείται η απόφαση 10/1988[59] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτό ότι με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος θεσπίζονται, εντός του πλαισίου της υπό της παρ. 1 του ιδίου άρθρου προβλεπομένης προστασίας του περιβάλλοντος, τα κριτήρια της χωροταξικής αναδιάρθρωσης της Χώρας, της πολεοδομικής ανάπτυξης των πόλεων και οικιστικών εν γένει περιοχών, ήτοι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και ανάπτυξης των οικισμών και η εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων. Για την τήρηση των ως άνω κριτηρίων, κατά την άσκηση της συναφούς ρυθμιστικής αρμοδιότητος του Κράτους, επιβάλλεται σε αυτό η λήψη μέτρων που συντελούν στην αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος προς τον σκοπό της βελτιώσεως της ποιότητος ζωής, πάντως δε απαγορεύεται η λήψη μέτρων που επιφέρουν επιδείνωσή του.[60]
Τούτο σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται να τροποποιεί, οσάκις το κρίνει σκόπιμο, τις ισχύουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις και να μεταβάλλει τους ήδη υφισταμένους όρους δόμησης των σχεδίων πόλεων, είτε με γενική ρύθμιση (γενικό οικοδομικό κανονισμό) είτε με μερικότερη ρύθμιση, όπως η τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, μόνον όμως υπό την έννοια ότι διά της εισαγομένης νέας ρυθμίσεως θα βελτιώνονται οι ήδη υφιστάμενες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων.[61]
Συνεπώς, περιεχόμενο των νέων ρυθμίσεων, προκειμένου περί οικισμών που διαθέτουν εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι η επιδείνωση του υφισταμένου φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, οι δε τροποποιήσεις οικοδομικών κανονισμών και σχεδίων πόλεως που λαμβάνουν χώρα μετά την ισχύ του Συντάγματος του 1975, δέον να μην συνεπάγονται υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ήτοι μείωση των ελευθέρων χώρων, του πρασίνου κ.λπ. («πολεοδομικό κεκτημένο»).[62]
Ακολούθως δε και με νεότερες σχετικές αποφάσεις ο κανόνας του πολεοδομικού κεκτημένου ετέθη παγίως ως βασική αρχή του συγχρόνου δικαίου του περιβάλλοντος και του βιωσίμου και ορθολογικού σχεδιασμού και της ανάπτυξης των πόλεων και οικισμών της χώρας. Ούτως έχει γίνει, μεταξύ άλλων, δεκτό[63] ότι οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος απευθύνουν επιταγές στον νομοθέτη (κοινό ή κανονιστικό) να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό, υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με τη φυσιογνωμία, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Κριτήρια για τη χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων και οικιστικών εν γένει περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της ανάπτυξης των οικισμών και η εξασφάλιση των καλυτέρων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων. Κατ΄ ακολουθία τούτων, απαγορεύεται κατ΄ αρχήν η λήψη μέτρων που επιφέρουν επιδείνωση των όρων διαβίωσης και υποβάθμιση του υπάρχοντος φυσικού ή του διαγραφομένου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος.[64]
Ειδικότερα δε, κατά τον καθορισμό ή την τροποποίηση χρήσεων γης, οι οποίες αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της κατ΄ άρθρο 24 του Συντάγματος επιβαλλομένης ορθολογικής χωροταξίας και πολεοδομίας και καθορίζουν την πολεοδομική φυσιογνωμία κάθε οικισμού, από την οποία, εν όψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, εξαρτάται η λειτουργικότητά του, πρέπει να αναζητείται ο πλέον πρόσφορος τρόπος θεραπείας των πολεοδομικών αναγκών, δυνάμει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, συναπτομένων προς τον σεβασμό του περιβάλλοντος, την ασφάλεια, υγιεινή, αισθητική και τη λειτουργικότητα των πόλεων και οικισμών, την ικανότητά τους, δηλαδή, να επιτελούν την κύρια λειτουργία τους».
Γίνεται επομένως σαφές ότι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου, τον οποίο προστατεύει το δίκαιο, περιλαμβάνει όλα τα φυσικά και τεχνητά αγαθά, τα οποία ευνοούν την ανάπτυξη της προσωπικότητας και είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την υγιεινή διαβίωση και την εξασφάλιση ποιοτητας ζωής.[65]Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει, αναμφίβολα, τα εκτός συναλλαγής πράγματα, δηλαδή: α) τα κατ΄ άρθρο 966 ΑΚ κοινά σε όλους, β) τα κοινόχρηστα κατά την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ, και γ) τα προορισμένα προς εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών.[66]
Επιπλέον γίνεται δεκτό ότι η προσωπικότητα του ανθρώπου γεννάται και αναπτύσσεται ακώλυτα μέσα στον ζωτικό της χώρο, ο οποίος αποτελείται κατ΄ αρχήν από τα εκτός συναλλαγής και τα κοινόχρηστα πράγματα (άρθρα 966 και 967 ΑΚ), στην έννοια όμως του αναγκαίου για την ανθρώπινη προσωπικότητα ζωτικού χώρου εντάσσονται και άλλα περιβαλλοντικά αγαθά, όπως η αισθητική του τοπίου, η προσήκουσα πολεοδομική ανάπτυξη με σεβασμό στον φωτισμό, τον αερισμό και την παραδοσιακή αισθητική των οικισμών κ.ά. Εν όψει επομένως της επιταγής της σφαιρικής προστασίας του περιβάλλοντος χάριν του ανθρώπου, όπως απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 24 του Συντάγματος, η έννοια του «ζωτικού χώρου» θεωρείται ότι δεν περιορίζεται στα κατά τα άρθρα 966 και 967 ΑΚ κοινά σε όλους και κοινόχρηστα πράγματα, αλλά περιλαμβάνει και κάθε άλλο στοιχείο, το οποίο κρίνεται απαραίτητο για την ελεύθερη και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας και καταλαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα περιβαλλοντικά αγαθά, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι κοινόχρηστοι χώροι πόλεων και οικισμών,[67] κατ΄ εξειδίκευση δε του κανόνος αυτού και οι κοινόχρηστοι χώροι αστικού και περιαστικού πρασίνου.
Οι δε συνταγματικού επιπέδου αρχές της βιωσίμου (αειφόρου) αναπτύξεως και του πολεοδομικού κεκτημένου, εγγυώμενες ότι οποιαδήποτε επέμβαση ή άλλη δράση στο περιβάλλον ή τροποποίηση του πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού θα διασφαλίζει στο διηνεκές την προστασία του περιβάλλοντος χάριν και των επερχομένων γενεών και, σε κάθε περίπτωση, θα λειτουργεί με τρόπο που θα προάγει το ήδη υφιστάμενο επίπεδο προστασίας, επιτάσσουν ότι δεν είναι επιτρεπτή, κατ΄ αρχήν, η μείωση ή κατάργηση κοινοχρήστων χώρων πρασίνου με τη συνακόλουθη επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων. Τυχόν δε σχετική προσβολή συνιστά ταυτόχρονα και παράνομη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, λόγω της ματαίωσης της δυνατότητας χρήσεως και απολαύσεως κοινοχρήστου περιβαλλοντικού αγαθού (αστικού πρασίνου) που αποτελεί και βασικό στοιχείο του ζωτικού χώρου του ανθρώπου και συμβάλλει στην εξασφάλιση υγείας, ποιότητας ζωής και αισθητικής.
____________________________________________
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Βλ. Σύνταγμα της Ελλάδος (1975/1986/2001) «Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001» της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 120/27.06.2008): «Άρθρο 24. 1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον. 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. 3. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμιση της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής. 5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Οι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης, όπως νόμος ορίζει. 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών. Ερμηνευτική δήλωση: Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά».
[2] ΤΣΑΜΠΟΥΚΟΥ – ΣΚΑΝΑΒΗ Κ., «Περιβάλλον & Κοινωνία – Μια σχέση σε αδιάκοπη εξέλιξη», εκδ. Καλειδοσκόπιο, σ. 20.
[3] ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Ο Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος – Εγκόλπιο Βιωσίμου Αναπτύξεως», Αθήνα 1996, σ. 39 επ.
[4] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1985, σ. 17.
[5] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 13.
[6] ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Περιβάλλον & Δίκαιο – Δίκαιο διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών», 3η έκδοση, Αθήνα 2011, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 71.
[7] Βλ. ΣτΕ 4901/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3976/2010 7μ. ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1242/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 2818/1997 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 637/1998 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ Ολ 10/1988 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3284-5/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1784/2003 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3568/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ Ολ 3146/1986 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1999/2000 ΤΝΠ Νόμος. Σχετ. και ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., ΜΕΝΟΥΔΑΚΟΣ Κ., «Η Συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος μετά την αναθεώρηση», ΝοΒ 2002 σ. 45, ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Α., «Χωροταξικός Σχεδιασμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη», Αθήνα 2009, ΜΕΛΙΣΣΑΣ Δ., «Θεμελιώδη ζητήματα του δικαίου της χωροταξίας», Αθήνα 2002, ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α., «Οικολογικός συνταγματισμός και βιώσιμη ανάπτυξη – Το παράδειγμα των νησιωτικών περιοχών», ΕΔΔΔ 2005 σ. 465, ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», σε: «Θεμελιώδη Δικαιώματα» (επιμ.: ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ Σ.), εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017, σ. 195. ΣΚΟΥΡΗΣ Β., ΤΑΧΟΣ Α., «Η προστασία του περιβάλλοντος στη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας», 1988, σ. 17, ΤΡΟΒΑ Ε., «Το πολιτιστικό περιβάλλον», Αθήνα 2003. Σχετ. και ΣτΕ 975/2015 ΠερΔικ 2015 σ. 41, ΣτΕ Ολ 10/1988 ΝοΒ 1988 σ. 807 ΤοΣ 1988 σ. 117, ΣτΕ 637/1998 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 2034/2015 ΤΝΠ Νόμος.
[8] ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως – Γενικές Αρχές», Αθήνα 2000, σ. 634.
[9] ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Περιβάλλον & Δίκαιο», ό.π., σ. 74. Βλ. και ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Ο Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος», ό.π., σ. 32, σύμφωνα με τον οποίο: «Μετά το Ρίο … το δίκαιο του περιβάλλοντος συγχωνεύθηκε με το δίκαιο της αναπτύξεως και τα δύο έγιναν ένα. Ο θεμελιώδης κανών αναγνωρίζει και εμπεριέχει τον άρρηκτο δεσμό περιβάλλοντος και οικονομίας, αφού ορίζει εκ προοιμίου ότι κάθε οικονομική δραστηριότης πρέπει να είναι φιλική προς το περιβάλλον». ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Η αειφορία των δασών στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο», Εισήγηση στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας, με θέμα: «Η Αειφορία των Ελληνικών Δασών υπό το πρίσμα: Περιβάλλον – Οικονομία – Κοινωνία», Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, 5 Ιουνίου 2018, Αμφιθέατρο Κεντρικής Βιβλιοθήκης Δήμου Θεσσαλονίκης, 28 Ιουλίου 2018, Αμφιθέατρο Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων Αθηνών, Τόμος Πρακτικών, σ. 79, σχετ. και σε: www.forestry.gr
[10] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», ό.π., σ. 195 επ.
[11] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», ό.π., σ. 195 επ.
[12] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π.
[13] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 48-49, ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», ό.π., σ. 195 επ.
[14] ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως – Γενικές Αρχές», ό.π., 634.
[15] Σχετ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Α., «Περιβάλλον και Αστική ευθύνη του Δημοσίου», ΠερΔικ τ. 1/2016 σ. 6.
[16] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 54, 45.
[17] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π.
[18] ΣτΕ 787/2016 (Τμ. Ε΄) ΠερΔικ τ. 4/2016 σ. 754.
[19] ΣτΕ 2242/1994 (Τμ. Ε΄, 7μ.) ΝοΒ 1996 σ. 269.
[20] ΣτΕ 787/2016 ό.π.
[21] ΣτΕ 2242/1994 ό.π.
[22] ΣτΕ 2242/1994 ό.π.
[23] ΣτΕ 2242/1994 ό.π.
[24] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Δίκαιο Περιβάλλοντος», Γενικό Μέρος Ι, Δημόσιο Δίκαιο και Περιβάλλον», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1993, σ. 49 επ. Σχετ. και ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ Β., «Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των Νόμων και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2018, σ. 552 επ.
[25] ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Περιβάλλον & Δίκαιο …», ό.π., σ. 264.
[26] ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ., «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμ. Ι, παρ. 11, αρ. 55, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2008.
[27] Κατ΄ άρθρο 966 ΑΚ: «Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών». Κοινά σε όλους κατά τη διάταξη αυτή είναι η θάλασσα και ο ατμοσφαιρικός αέρας.
[28] ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ., «Δασικό Δίκαιο και Εθνικό Κτηματολόγιο», παρ. 19, αρ. 213, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017.
[29] ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΑΠ., «Εμπράγματο Δίκαιο», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2010, παρ. 21, σ. 153.
[30] ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ., «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμ. Ι, παρ. 11, αρ. 77, ό.π.
[31] ΑΠ 1271/2011 (Τμ. Γ΄ Πολιτικό).
[32] ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΑΠ., «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», δ΄ έκδοση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2012, σ. 147, ΕφΑθ 1254/1990 ΕλΔνη 32 σ. 1673, ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), ΤΝΠ Νόμος.
[33] ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 ό.π.
[34] ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 ό.π.
[35] ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 ό.π.
[36] ΠΠρΑθ 3872/2006 ΠερΔικ τ. 1/2007 σ. 87 με εκεί παρατηρήσεις ΒΟΥΛΓΑΡΗ Κ.
[37] Άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».
[38] Άρθρο 57 ΑΚ: «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον». Κατά τον ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ. (ΓενΑρχ παρ. 16, αρ. 76): «Ο όρος “προσωπικότητα” στα άρθρα ΑΚ 57 επ. είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με ένα σύνολο αγαθών (αξιών), που είναι κατά τέτοιο τρόπο συνυφασμένα με το πρόσωπο, ώστε συγχρόνως να το προσδιορίζουν αλλά και να ανήκουν σε αυτό, ως ένα ον που έχει σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα».
[39] ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΑΠ., «Εμπράγματο Δίκαιο», παρ. 21, σ. 153, ό.π., ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ Δ., «Εμπράγματο Δίκαιο», τόμ. Ι, παρ. 11, αρ. 79, ό.π.
[40] ΣΙΟΥΤΗ Γ., «Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 125.
[41] ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Ένδικα μέσα προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών», ΕΔΔΔ 1990 σ. 178, ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ Ι., «Η προστασία της προσωπικότητας κατά τον Αστικό Κώδικα από την άποψη των σχετικών συνταγματικών ρυθμίσεων», ΕλΔνη 38 σ. 389 επ., ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 ό.π.
[42] ΑΠ Ολ 40/1998 ΕλΔνη 1/1999 σ. 46, ΜΠρΗρακλείου 951/1597/2017 ό.π.
[43] ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Η προστασία του περιβάλλοντος – Αδιαπραγμάτευτο νομικό και κοινωνικό κεκτημένο», ΠερΔικ τ. 2/2006 σ. 161.
[44] ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Α., «Το δικαίωμα κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών», ΠερΔικ τ. 4/2015 σ. 616, κατά τον οποίο: «Πολλά περιβαλλοντικά αγαθά αποτελούν αντικείμενο ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας, με αποτέλεσμα να τίθεται το ζήτημα του συμβιβασμού μεταξύ του αποκλειστικού εμπράγματου δικαιώματος και του δικαιώματος όλων στην απόλαυση του περιβάλλοντος, που εξυπηρετείται από την έννοια της κοινοχρησίας. Για τον λόγο αυτό, εύστοχα χρησιμοποιείται από τη σύγχρονη θεωρία η έννοια των “οιονεί κοινοχρήστων” πραγμάτων, στην οποία εντάσσονται τα πράγματα που, παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα τους, χάρη στην οικολογική τους αξία, υπηρετούν ταυτόχρονα την “κοινή ωφέλεια” (π.χ. αισθητική αξία της φυσικής βλάστησης, βελτίωση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα), έννοια η οποία ενυπάρχει στην ευρύτερη έννοια της κοινοχρησίας. Ο οιονεί κοινόχρηστος χαρακτήρας των ιδιωτικών περιβαλλοντικών αγαθών, σε συνδυασμό με τη συνταγματική επιταγή για τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος, δικαιολογεί το ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας των πραγμάτων αυτών, το οποίο εισάγει σημαντικούς περιορισμούς στις εξουσίες που το δικαίωμα κυριότητας του Αστικού κώδικα παρέχει κατ΄ αρχήν στον δικαιούχο του». Σχετ. και ΜΑΡΙΑ Ε.-Α., «Η νομική προστασία των δασών», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1998, σ. 258 επ., ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Ι., «Σύνοψη της προστασίας του περιβάλλοντος εν γένει και των δασών και δασικών εκτάσεων ειδικότερον κατά το ιδιωτικό δίκαιο», σε: https://nomosphysis.org.gr, ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Περιβάλλον και Δίκαιο», ό.π., σ. 278, ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Αστικός Κώδικας», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015, άρθρο 967, ΜΠρΒόλου 1531/2002 ΕλΔνη 2002 σ. 1497.
[45] ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Α., «Το δικαίωμα κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών», ό.π., όπου ενδεικτικά αναφέρονται εν προκειμένω: η απαγόρευση μεταβολής του προορισμού ακόμη και των ιδιωτικών δασικών οικοσυστημάτων (άρθρα 45 επ. 998/1979) και η ασκούμενη επ΄ αυτών δασοπολιτική επιτήρηση του Κράτους (άρθρο 17 ν. 998/1979), η εφαρμογή περιορισμών σε προστατευόμενες από την περιβαλλοντική νομοθεσία εκτάσεις ακόμη και σε περιοχές εντός σχεδίου πόλεως (άρθρα 18, 19 και 21 ν. 1650/1986), η υπαγωγή της κοπής δέντρων εντός οικοδομικών τετραγώνων του σχεδίου πόλεως σε προηγούμενη άδεια της πολεοδομικής αρχής (άρθρο 40 παρ. 2 ν. 1337/1983), η αναγκαστική απαλλοτρίωση τυχόν ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων εντός ζώνης αιγιαλού και παραλίας (άρθρα 7 παρ. 2 και 10 ν. 2971/2001).
[46] ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Α., «Το δικαίωμα κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών», ό.π., σχετ. και ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ Ι., «Η δασική ιδιοκτησία», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σ. 149 επ.
[47] ΔΑΚΟΡΩΝΙΑ Ε., «Το δικαίωμα στο νερό – Νομικό Πλαίσιο Προστασίας», ΠερΔικ τ. 2/2011 σ. 239. Σχετ. και ΜΠρΒόλου 2785/2003 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠρΜεσολογγίου 77/2000 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΙωαννίνων 471/1996 ΤΝΠ Νόμος.
[48] Σχετ. ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ Μ., «Τα Νομικά Χωρικά Εργαλεία Στρατηγικού Χαρακτήρα – Θεωρία και Πράξη», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017, σ. 47 επ.
[49] Κατά δε την παρ. 3 και 4 περ. α΄ του άρθρου 7 του πδ/τος 90/2018: «Η νομική διάρθρωση και κατάστρωση του κειμένου της απόφασης έγκρισης των πολεοδομικών σχεδίων εφαρμογής οργανώνεται ενδεικτικά ως εξής: προηγούνται ο αναλυτικός καθορισμός των χρήσεων γης και ο καθορισμός των οικοδομικών τετραγώνων που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τους οικοδομήσιμους χώρους, τους κοινόχρηστους χώρους και τους χώρους για κοινωφελείς εγκαταστάσεις. Έπονται η τυχόν περαιτέρω εξειδίκευση των ορίων των τομέων χρήσεων γης και ο καθορισμός των όρων δόμησης που έχουν καθοριστεί με το προεδρικό διάταγμα του οικείου ΤΧΣ ή και των πρόσθετων όρων, περιορισμών ή/και απαγορεύσεων και εν γένει οποιαδήποτε ρύθμιση και μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας στην κλιματική αλλαγή, στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την αισθητική εικόνα της πόλης. Έπεται, επίσης, η κύρωση της Πράξης Εφαρμογής και τα προσαρτήματα του περιεχομένου αυτής (κτηματολογικοί πίνακες και κτηματογραφικά διαγράμματα). 4α. Τροποποίηση των πολεοδομικών σχεδίων εφαρμογής γίνεται εφόσον οι ρυθμίσεις που προτείνονται είναι σύμφωνες προς το εκάστοτε ισχύον ΤΧΣ και εγκρίνεται με απόφαση του οργάνου που είναι αρμόδιο για την έγκριση του ΠΣΕ και με διαδικασία ίδια με αυτήν της έγκρισης …».
[50] ΔΑΚΟΡΩΝΙΑ Ε., «Το δικαίωμα στο νερό …», ό.π. Σχετ. και ΜΠρΚορίνθου 2449/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠρΛαρίσης 100/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΡεθύμνου 186/2004, ΜΠρΘεσ 16242/2003 Αρμ 2005,1202, ΜΠρΒόλου 1531/2002 ΕλΔνη 2002,1497.
[51] ΔΑΚΟΡΩΝΙΑ Ε., «Το δικαίωμα στο νερό …», ό.π.
[52] ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ Ι., «Ιδιωτικό δίκαιο προστασίας περιβάλλοντος», ΠερΔικ τ. 3/2009 σ. 439.
[53] Σχετ. και ΔΑΚΟΡΩΝΙΑ Ε., «Το δικαίωμα στο νερό …», ό.π.
[54] «The Brundtland Report», in: World Commission on Environment and Development, «Our Common Future», Oxford University Press 1987, p. 27.
[55] ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Η αειφορία των δασών στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο», ό.π.
[56] ΣτΕ Ολ 10/1988 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ Ολ 1159/1989 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ Ολ 3236/1995 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ Ολ 415/2011 ΤΝΠ Νόμος. Έχει ωστόσο κριθεί (ΣτΕ 301/2002 ΤΝΠ Νόμος) και ότι: «Ο κοινός νομοθέτης μπορεί κατ΄ αρχήν να τροποποιεί τις πολεοδομικές ρυθμίσεις και να μεταβάλει τους υφιστάμενους όρους δομήσεως των σχεδίων πόλεων, η εισαγόμενη όμως ρύθμιση πρέπει να βελτιώνει τις συνθήκες διαβιώσεως των κατοίκων. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να επέρχεται με τις νέες πολεοδομικές ρυθμίσεις επιδείνωση των όρων διαβιώσεως, δηλαδή υποβάθμιση του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος. Η τήρηση, εξ άλλου, της συνταγματικής αυτής επιταγής, υπόκειται στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή, ο οποίος οφείλει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, να σταθμίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά πόσον υποβαθμίζεται το περιβάλλον». Τέλος, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 415/2011 (ΤΝΠ Νόμος) έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι: «Κατά τη θέσπιση χωροταξικών και πολεοδομικών ρυθμίσεων τόσο η Διοίκηση, όσο και ο κοινός νομοθέτης οφείλουν, προκειμένου να επιτευχθεί ο … σκοπός της εξυπηρετήσεως της λειτουργικότητας και της αναπτύξεως των οικισμών και της εξασφαλίσεως των καλυτέρων όρων διαβιώσεως, να λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα και τις εφαρμογές των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και κάθε άλλης επιστήμης που αφορά στην συγκεκριμένη ρύθμιση. Επομένως, νομοθετική ρύθμιση με τέτοιο περιεχόμενο είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, μόνον εφ΄ όσον έχει ψηφισθεί μετά από εκτίμηση ειδικής για την προτεινόμενη ρύθμιση επιστημονικής μελέτης».
[57] ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως – Γενικές Αρχές», ό.π., 220.
[58] ΔΕΚΛΕΡΗΣ Μ., «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως – Γενικές Αρχές», ό.π., 223, 226.
[59] ΣτΕ Ολ 10/1988 ΤΝΠ ΔΣΑ.
[60] ΣτΕ Ολ 10/1988 ό.π.
[61] ΣτΕ Ολ 10/1988 ό.π.
[62] ΣτΕ Ολ 10/1988 ό.π. Κατά την απόφαση: «Η τήρηση … του συνταγματικού τούτου κριτηρίου υπόκειται στον οριακό έλεγχο του δικαστή, ο οποίος, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να κρίνει, αν εξ αυτής υποβαθμίζεται ή όχι το περιβάλλον, οφείλει να σταθμίσει τη ρύθμιση αυτοτελώς και σε συνάρτηση προς το σύνολο της εισαγομένης νέας ρυθμίσεως». Βλ. και ΣτΕ 1027/1999 ΕλΔνη 2000 σ. 213.
[63] ΣτΕ Ολ 415/2011 ΤΝΠ Νόμος.
[64] ΣτΕ Ολ 415/2011 ό.π.
[65] ΠΠρΑθ 3872/2006 ό.π., ΜΠρΒόλου 2786/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ.
[66] ΠΠρΑθ 3872/2006 ό.π., ΜΠρΒόλου 2786/2008 ό.π.
[67] ΠΠρΑθ 3872/2006 ό.π. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ζωτικός χώρος δεν περιλαμβάνει τα σωματικά (ζωή, υγεία, σωματική ακεραιότητα) ή ψυχικά αγαθά (ψυχική υγεία, συναισθηματικός κόσμος) ή άλλα αγαθά, όπως η τιμή ή η ελευθερία, παρά μόνον έμμεσα. Τα ως άνω αγαθά προστατεύονται μεν στο ίδιο πλαίσιο των άρθρων 57-59 ΑΚ, όχι όμως ως στοιχεία του ζωτικού χώρου του ανθρώπου, αλλ΄ ως αυτοτελείς εκφάνσεις του δικαιώματος της προσωπικότητας.
ΠΗΓΗ:https://dasarxeio.com