Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗ ΔΡΥ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗ ΔΡΥ


Ξηρομερίτες, έτοιμοι για τη συλλογή του βαλανιδιού –μια οικογένεια σε αποστολή! (πηγή: περιοδικό «Η βελανιδιά», τεύχος 9ο

Η κοινωνική σημασία του δρυοδάσους
(παράδειγμα αναφοράς: βελανιδοδάσος Ξηρομέρου)
«Σε δάσος βαλανιδιάς περπάτησα,
από μικρό παιδί, στον τόπο που γεννήθηκα,
πολλές εικόνες στο μυαλό μου κράτησα
κάποιες φορές αναρριχήθηκα.
Το μαγικό των φύλλων της το θρόισμα
άκουσα στον απέραντο δρυμώνα,
στρογγυλόκορφα δένδρα είδα ώριμα
ηλικίας που περνούν πολύ και τον αιώνα».
(…)
(«Η βαλανιδιά», Χρήστος Σπ. Ζώγας)
Yπάρχουν κάποια δάση στην Ελλάδα που τα ξεχωρίζεις σαν εμβληματικά. Είναι δάση σύμβολα, της κοινωνίας, της ιστορίας και του φυσικού περιβάλλοντος των Ελλήνων. Είναι, γι’ αυτό, βγαλμένα από το «Είναι» της Ελλάδας, αφού το αυτοπρόσωπό της προσδιορίζουν, αφού το ενδότερο της αποδίδουν, αφού διασυνδέονται με την ιδιοσυστασία της ελληνικής φυλής, με το κοινωνείν και το γίγνεσθαι στον τόπο. Θα μου πείτε: Είναι δυνατό δάση να έχουν τέτοια υψηλή αποστολή, τέτοιο υπέρ στο όλον; Απαντούμε πως ναι, εάν αποδίδουν το δέον του τόπου και ως φυσική, κοινωνική, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά μάς παραδίδονται, λόγω της υψηλής προσφοράς τους. Αρκεί βέβαια ως κληρονόμοι να φανούμε σεβαστικοί της κλήρας που μας παρεδόθη ̇κάτι που η πορεία έδειξε ότι δεν ετηρήθη στις περισσότερες των περιπτώσεων, κι ανάξιοι της αποστολής μας (ως κληρονόμοι) φανήκαμε, αφού την κλήρα σκορπίσαμε στους «ανέμους της εξέλιξής μας», ειδωλοθύτες ων στη σιδηρά (την τεχνητή) ύλη των νεοκαιρών, που τη φυσική ύλη αντιμάχεται.
        Ένα δάσος από τα συμβολικά του Έλληνα, ένας τόπος από τους ιερούς της φύσης, από κείνους που συνιστούν τ’ «άγια της φυλής», είναι το βελανιδοδάσος Ξηρομέρου στην Ακαρνανία. Στο δωρικό το περιβάλλον εζυγίσθη από τη μια η πράξη του ανθρώπου και από την άλλη η φύση, και βγήκε ισορρόπημα ιδανικό. Κει στη θρέπτειρα γη εννοήθη ακατάφθορη η ζωή, η πλάση εποιήθη δασερά και ο άνθρωπος πνευματώθη εντός της. Επόμενα όμως, η φύση τούτη του Έλληνα χαλάσθη από το πελέκυ της φθαρτικής επίβουλης ενέργειας του επιγόνου, που έπληξε τη γη με την τιτανική του πρακτική, λογιζόμενη αυτή ως απώλεια ̇ είτε κυριολεκτική είτε ιδεατή, προκύπτουσα από την αδιαφορία για τη γη και την αγνόηση της αξίας της!
        Αυτό το δάσος, του Ξηρομέρου, ως αντιπροσωπευτικό της ελληνικής φύσης και της κοινωνίας του δένδρου με τον Έλληνα κρατούμε στη μελέτη μας για τη δρυ, κι αυτό μελετούμε στο βίο και την κοινωνικο‐οικονομική πορεία του Έλληνα, καθότι χρειαζόμαστε ένα (δρυο)δάσος αναφοράς για την ανάπτυξη του θέματός μας και το βρίσκουμε στο παρόν.
        Η ζωή των Ξηρομεριτών‐Ακαρνάνων, από τ’ αρχαία χρόνια έως και σχεδόν τον πρώτο αιώνα μετά την Τουρκοκρατία, ήταν συνδεδεμένη με τη δρυ και τα δάση της. Οι τόποι της αποτελούσαν πηγή ζωής και δραστηριότητας των γηγενών, σε μια περιοχή που μπορεί να χαρακτηριζόταν για τη σκληρότητά της, μολαταύτα την έλεγες παράδεισο για το ακατάφθορο, το αρχετυπικό και το οργανικό της μέτρο. Δε θάβρεις έδαφος λιπαρό κει, μα γη σκληρή, με εύμορφη όμως ντυμασιά πρασίνου −τη δρυ κατά το μέγιστο−, που φτιάχνει τόπους θαλερούς, και φαίνεται ως θάμα ο τόπος να στέργεται −προικισμένος, ολόφαντος, αγλαός ̇ γι’ αυτό και ως παραδείσιος προσλαμβάνεται... Και τούτα χάρη στη δρυ, τη βελανιδιά κατά το πλείστον, που αισθητοποιεί τον τόπο και τον κάμνει να δέεται ολόγιομος από φύση, δίνοντας γήινη ιεροσύνη στο σύμπαν. Ο άνθρωπος της υπαίθρου με φλόγα και ψυχή ενεργούσε, καθώς είχε εδαφική μύηση και βιοτική βάση ̇ ως εν τη φύσει άνθρωπος, μεθεκτικός των γύρω ̇ ως μεγαλωστί μεγάλος. Είχε γυμνασία η ζήση του, είχε συνείδηση το πνεύμα του, είχε γονιμοποιό ευθύνη η πράξη του στην κοινωνία του με τη φύση.
            Πού εκτείνεται η «κοινωνία» της δρυός στην Ακαρνανία; Έως εκεί όπου εξαπλούται η φύση της −η κοινωνία των ανθρώπων και η φύση στην Ακαρνανία, μοιραία συνυφαίνονται. Το αντιπροσωπευτικό δάσος της περιοχής είναι αυτό της βελανιδιάς του Ξηρομέρου, στις νοτιοανατολικές απολήξεις των Ακαρνανικών Ορέων. Η περιοχή είναι τοποθετημένη μεταξύ της λίμνης Οζερού, του ποταμού Αχελώου και των ακτών του Ιονίου, κοντά στον Αστακό. Το πυκνό και πανάρχαιο δάσος της βελανιδιάς, με δένδρα που φτάνουν σε ηλικία έως και τα 800 έτη, δημιουργεί ένα οικοσύστημα ιδιαίτερο, με τη βελανιδιά να εμφανίζει μοναδική μορφή, που τη χαρακτηρίζει η μνημειακότητα, σε συνδυασμό βέβαια και με τη σημαντική οικολογική της αξία.
            Οι Ακαρνάνες δε μετεβλήθησαν σε «αστούς» −ίσως μ’ εξαίρεση τις παράλιες πόλεις, που είχαν διαφορετικό προσανατολισμό−, διατηρώντας τη φυσική τους ζωή, παραμένοντας άνθρωποι της υπαίθρου, ζώντας στο φυσικό τους περιβάλλον, τ’ οποίο διατήρησαν λειτουργώντας εν αυτώ ̇ σε αντίθεση με τους Αθηναίους και άλλους αρχαίους Έλληνες, που ακολούθησαν την τυπική δομή κοινωνίας/κατοίκησης της πόλης‐κράτους, οργανωμένη σ’ έναν πυρήνα, το άστυ, με την «ύπαιθρο χώρα» να την περιβάλλει, όπου εκεί ασκείτο εκμεταλλευτική δραστηριότητα, για την παραγωγή των αγαθών της πόλης (γεωργικών, κτηνοτροφικών, μεταλλευτικών κ.ά.), με αποτέλεσμα να υπάρχει μεταλλαγή του φυσικού περιβάλλοντος και μετάβαση σ’ ένα ανθρωπογενές, πλήρως διαφοροποιημένο του αρχικού. Η φύση της Ακαρνανίας διατηρήθηκε κατά το μάλλον ή ήττον, και τα δάση της παρέμειναν, αφού, σύμφωνα με το πρότυπο της κοινωνικής οργάνωσης των Ακαρνάνων, αυτά τούς ήταν απαραίτητα αποτελώντας το ζωοδότη του τόπου. Τα εν λόγω δάση, έχοντας κατά το πλείστον διατηρηθεί στις κρίσιμες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, μας παρεδόθησαν ως παρακαταθήκη, ως ιστορική κλήρα του φυσικού και κοινωνικού γίγνεσθαι του τόπου, συνιστώντας το θέμελο της συνέχειάς του.
        Στο πλούσιο δάσος του Ξηρόμερου –το Ξηρόμερο ήταν ένα απέραντο δρυόδασος, με κυρίαρχο είδος τη βελανιδιά–, ο γηγενής είχε αναπτύξει κοινωνία με βάση αυτό, αφού είχε οργανώσει τη ζωή του περί και επί αυτού. Δώδεκα χωριά περιστοιχίζονταν από το δάσος, ενσωματωμένα στο σύστημά του, δείχνοντας τον ισχυρό δεσμό φύσης και ανθρώπου, και το πώς ο άνθρωπος μπορεί να ζει στη φύση και να την κατοικεί, χωρίς να την καταστρέφει όταν είναι συνειδητός της, λογίζοντάς την ως το όλον στ’ οποίο είναι μέρος του. Το δρυοδάσος ήταν όχι μόνον ο φυσικός ζωοδότης της περιοχής, αλλά και ο βιοτικός, αφού η κοινωνία και η τοπική οικονομία ήταν εστιασμένες στη δρυ κι εξαρτημένες από αυτήν και τα προϊόντα της. Το βαλανίδι ήταν το κύριο προϊόν που εξάγονταν από το δάσος, και το περισσότερο προσοδοφόρο. Δεν ήταν όμως μόνο το βαλανίδι που έσπρωχνε τους ανθρώπους να «κοινωνούν» με το δρυοδάσος. Ήταν το σύνολο των υπηρεσιών και λοιπών προϊόντων του, που υποστήριζαν έναν τρόπο ζωής της τοπικής κοινωνίας που είχε ως επίκεντρο το φυσικό περιβάλλον και διαμόρφωνε ένα βιοτικό πρότυπο που βασίζονταν σ’ ένα θεμελιακό αξιακό πρότυπο, με αρχές και κανόνες που απέρρεαν από την (επι)βίωση του ανθρώπου στο δύσκολο και στενόχωρο τόπο.
        Εν προκειμένω συνέβαινε αυτό που ο καθηγητής Βασίλης Νιτσιάκος αναφέρει, ως «στρατηγική επιβίωσης της κοινότητας, και μέσω αυτής της διαδικασίας οικειοποίησης της φύσης, κάτι που παραπέμπει στην έννοια του πολιτισμού με την ολική σημασία του όρου». Αναπτύσσονταν μια διαλεκτική στη σχέση ανθρώπου‐φύσης, που οδηγούσε στην αντιμετώπιση και την εν γένει διαχείριση του τόπου με όρους εμπειρικούς μεν, πλην όμως συμβατούς με τη φυσική νομοτέλεια, κατά τρόπο που η ανθρώπινη ενέργεια να εισάγει πρακτική εναρμονία στο φυσικό όλον. Χάρη σε αυτήν, η όποια διατάραξη από την ανθρώπινη ενέργεια ήταν αρχική και δομική, λογιζόμενη στην εξελικτική πορεία του τόπου, κι όχι ανατρεπτική. Υπήρχε, θα λέγαμε, παραγωγική οικειοποίηση του τόπου, μέσω της οικειοποίησης της φύσης.
            Το ανθρώπινο πράττειν έτσι, που συνέθετε το γίγνεσθαι στον τόπο, νοείτο ως υποσύστημα στο φυσικό γενόμενο, και δεν μετατρέπονταν σε κυριαρχικό υπερσύστημα. Παρά την ανθρωποκεντρική διάσταση που απέρρεε από τη δραστηριότητα στον τόπο, εντούτοις η αντίληψη λειτουργίας γι’ αυτόν ήταν γήινη, αφού μέλημα ήταν η διατήρηση του φυσικού όλου, με τον άνθρωπο λειτουργό και πονητή εν αυτώ, συνιστάμενος ο ίδιοςως μέρος του. Λειτουργώντας με το συγκεκριμένο τρόπο οι αγροτοδασικές, οι ορεινές, οι παραδοσιακές (ή όπως αλλιώς τις χαρακτηρίζουμε...) αυτές κοινωνίες, εξασφάλιζαν τη συνέχειά τους στο φυσικό όλον –μαζί και τη συνέχεια αυτού–, αποτελώντας αρχετυπικές περιβαλλοντικές κοινωνίες, στηριζόμενες στην παράδοση, στο εθιμικό δίκαιο και στον εμπειρισμό, για τον τρόπο λειτουργίας τους. κι όχι στην επιστήμη και την οικονομία, που νεωτέρως αποτέλεσαν τους άξονες των ενεργειών των ανθρώπων στον τόπο.
        Η σημαντικότητα του βελανιδοδάσους του Ξηρομέρου οδήγησε το ελληνικό κράτος (την ελληνική δασική διοίκηση) να συντάξει την πρώτη διαχειριστική μελέτη της χώρας για το δάσος της Μάνινας στο Ξηρόμερο, τα έτη 1901‐1902, με συντάκτη της τον δασολόγο και Τμηματάρχη του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Κωνσταντίνο Σάμιο. Νωρίτερα της σύνταξης της μελέτης αυτής, μάλλον το 1897, ο Σάμιος είχε επισκεφτεί το δάσος του Ξηρομέρου για να εξετάσει αίτημα της τοπικής κοινωνίας για την εξακρίβωση των συνθηκών ολοκληρωτικής καταστροφής του φυλλώματος των δρυοδένδρων, και απεφάνθη ότι η απώλεια τούτη προεκλήθη από το καταστροφικό τίναγμα των δένδρων για τη συλλογή του βελανιδοκάρπου! Για την παραπάνω μελέτη, κατηγορεί τον Σάμιο ο δασολόγος Πέτρος Κοντός –καθηγητής μετέπειτα στη Δασολογική Σχολή και μεγάλος επικριτής του, τόσο αυτού όσον και γενικότερα των «νεωτεριστών» δασολόγων (στους οποίους ανήκε ο Σάμιος)–, για «αστοργία προς το δημόσιον χρήμα, διότι εδαπανήθησαν υπέρ τας 25 χιλιάδας δραχμών προς απόκτησιν δύο άχρηστων ρακών…»(επεξηγούμε ότι το πρώτο «ράκος», που αναφέρει ο Κοντός ήταν η διαχειριστική μελέτη του δάσους Ξηρομέρου, το δεύτερο «ράκος» ήταν η διαχειριστική μελέτη του δάσους Κινέττας Μεγαρίδας, που και τις δύο συνέταξε ο Σάμιος).
        Ο Σάμιος μολαταύτα δεν κάμφθηκε και συνέταξε και τρίτη διαχειριστική μελέτη, για το ελατοδάσος της Κεφαλληνίας (του Αίνου). Αναφέρει ο Κοντός στην εφημερίδα «Άστυ» το έτος 1903 (διαπιστώνουμε την ανοίκεια συμπεριφορά του Κοντού, να κατηγορεί τον Σάμιο μέσω του Τύπου, και μάλιστα με μειωτικές εκφράσεις!): «Αλλ’ επί ποίων γνωστών τοπογραφικών μεθόδων ή επί ποίας συνεπούς αρχής στηρίζεται η σύνταξις των δύο εκείνων ρακωδών ορνιθοσκαλισμάτων, των σούι‐γκένερις σχεδίων Μάνινας και Κινέττας, τα οποία δεν αξίζουν ουδέ τον χάρτην εφ’ ου εγράφησαν, τα οποία μάλιστα, ο συντάκτης των αποκαλεί “τους πρώτους δασολογικούς χάρτας και την πρώτην δασολογικήν εργασίαν”. Ταύτα αποδεικνύουν ότι ο συντάκτης των έχει πολύ ταπεινήν γνώμην περί επιστήμης και επιστημονικής εργασίας». Ο Σάμιος είχε κατηγορηθεί για επιλήψιμες σχέσεις με ξυλεμπόρους, τους οποίους, όπως ελέγετο, βοηθούσε να κερδοσκοπήσουν σε βάρος των δασών, μια κατηγορία που τον οδήγησε στο Κακουργιοδικείο Πατρών, το οποίο τον αθώωσε πανηγυρικά.
        Όλα τούτα προκαλούνταν από την αντιπαλότητα που υπήρχε ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες δασολόγους, οι οποίοι, ερχόμενοι με σημαντικές σπουδές από την Εσπερία, καλούνταν να διαχειριστούν το φυσικό περιβάλλον της χώρας, επί μιας όμως ανύπαρκτης δασικής πολιτικής, και επί μίας ακόμα, κάκιστης δασικής διοίκησης! Κάποιοι από αυτούς είχαν νέες ιδέες και ήταν αρκετά δραστήριοι, όπως ο Σάμιος, κάποιοι άλλοι, όπως ο Κοντός, ήταν «παραδοσιακοί» και μη «ανοικτοί» στον τρόπο άσκησης της δασολογικής επιστήμης, εστιάζοντας στην οικονομική διαχείριση των δασών μας και στον προσανατολισμό της διαχείρισης αυτών αυστηρά στην ξυλοπονία. Στο πλαίσιο τούτο βλέπουμε τον Κοντό να κατηγορεί (και πάλι) τον «πρωτοπόρο» Σάμιο, που εισήγαγε το θεσμό των αναδασωτέων εκτάσεων και προήγαγε τις αστικές αναδασώσεις ως μέτρο αναβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος, ότι «είναι πέραν των αρμοδιοτήτων της δασολογικής επιστήμης οι προγραμματιζόμενες αναδασώσεις στην πρωτεύουσα», και ότι «είναι μέγα σφάλμα επιστημονικόν ότι διενεργούνται (οι αναδασώσεις αυτές) υπό αναρμοδίας υπηρεσίας»! Ίδια θέση δε, παίρνει κατόπιν και η Διοίκηση, διά του Τμηματάρχη του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Νικολάου Σπηλιόπουλου (της «σχολής» του Κοντού), που διαδέχτηκε τον Σάμιο στη συγκεκριμένη θέση και θέλησε ν’ ανατρέψει το αναδασωτικό πρόγραμμά του, ο οποίος σημείωνε το 1903 στην εφημερίδα «Αθήναι»: «Η νεωτέρα ελληνική δασολογία, αντιποιείται καθήκοντα, δι ́ α ούτε εκκλήθη, ούτε είναι κατάλληλος, ούτε αρμοδία».
    Επιστρέφοντας στη δραστηριότητα των Ξηρομεριτών στο δάσος τους, τους βλέπουμε να οργανώνουν τη ζωή τους με βάση το συγκεκριμένο δάσος και να δημιουργούν κοινωνία περί αυτό. Στους δρυοδασότοπους έβοσκαν τα ποίμνια, ντόπια μα και μεταφερόμενα, αφού εκεί έβρισκαν άφθονη και πλούσια σε θρεπτικές ουσίες τροφή (σημειώνεται ότι, τα πολυπληθή πρόβατα και γουρούνια του Οδυσσέα της Ιθάκης, τα έβοσκε σύμφωνα με την παράδοση κατά την Ομηρική εποχή στο Ξηρόμερο ο Ευμαίος). Από τις δρύες έπαιρναν το ξύλο που χρειαζόντουσαν οι τοπικές κοινωνίες, με επιλεκτικές υλοτομίες που πραγματοποιούντο, λειτουργώντας ως «σοφοί δενδροτόμοι». Φρόντιζαν να διατηρούν το δάσος σε σταθερή σύνθεση και οικολογική ισορροπία, χωρίς απώλειες και υποβάθμισή του, ασκώντας μιαν υποδειγματική, αειφορική για τα σημερινά δεδομένα, διαχείριση ̇ αφού, όπως θα δούμε παρακάτω, η δρυς συνιστούσε τον φυσικό και βιοτικό τους ζωοδότη. Ο καρπός της δρυός (το βαλανίδι) αποτελούσε, εκτός από πηγή τροφής των ζώων, και τροφή για τον τοπικό πληθυσμό σε περιόδους σιτοδείας, είτε ψημένος, είτε αλεσμένος ̇για το λόγο τούτο εξάλλου οι Ξηρομερίτες χαρακτηρίζονταν «βαλανιφάγοι». Τα βαλάνια ακόμα, αποτελούσαν σημαντική πηγή της οικονομίας της περιοχής, λόγω των βαφικών και δεψικών τους ιδιοτήτων, και της χρήσης τους στη βαφική και τη βυρσοδεψία αντίστοιχα. Για το λόγο τούτο υπήρχε εθιμική οργάνωση στον τόπο για τη συλλογή των βαλανιδιών, κατά οικογένειες, για την αποφυγή προστριβών σε σχέση με τα δικαιώματα συλλογής –το ίδιο ίσχυε και σε σχέση με τα δικαιώματα βοσκής.
        Κείνο όμως που χαρακτήριζε τη σχέση των Ξηρομεριτών με τον τόπο τους, ήταν η γήινη αίσθηση γι’ αυτόν, που εκφράζονταν στην επαφή τους με τη φύση και μεταφράζονταν στη συνείδηση τους γι’ αυτήν. Υπήρχε, όπως προείπαμε, οικειοποίηση της φύσης, όχι ιδιοκτησιακά νοούμενη αλλά συνειδησιακά, καθώς νοιώθονταν αυτή ως μέρος του όλου, οπού οι άνθρωποι συμμετέχουν συνεργατικά και διεργαστικά, συνεισφέροντας, έχοντας στάση ενεργή και συγχρόνως διακριτική στο φυσικό σύστημα, που φροντίζονταν να διατηρείται εν ισορροπία ̇ ταυτόχρονα όμως αποτελούσε ένα δυναμικά εξελισσόμενο φυσικό σύστημα, που το συγκροτούσε η θετική ενέργεια του ανθρώπου. Κει βιώνονταν πρωτογενώς κι ολόδοτα η ευτυχία στον φυσικό οργανικό παράδεισο, ως βιοτική κατάσταση και ως παίδευση ζωής.
            Οι άνθρωποι πληρούνταν από τη δρυώδη φύση, την οποία κοινωνούσαν ολόγιομοι από ζωή. Και τούτα παρά τα βάσανά τους, που τα παραμέριζαν για να κραταιωθούν, για να πάρουν ζωή πνοημένοι από τη φύση (σε αυτό το πλαίσιο αντίληψης εντάσσεται η έννοια του φυσιοκράτη για τους εν λόγω ανθρώπους, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως). Τούτη η πρακτική τους, εκτελούμενη κατά συνείδηση, χωρίς να έχει φιλοσοφηθεί και ενεργηθεί κατά σύστημα, αποτελούσε μιαν εντέλει φυσιοκεντρική στάση ζωής, μ’ έμφυτο βιοκεντρισμό και ηθική για τη φύση ̇ κάτι που στις μέρες μας, που ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τη φύση και τη γη, ολωσδιόλου λείπει, φαντάζει δε ουτοπική και μη αρμοστή με το πνεύμα των νεοκαιρών μια τέτοια θεώρηση του ανθρώπου, νοούμενος αυτός βιοκεντρικά!
        Μέσα Σεπτέμβρη άρχιζε η επίπονη «επιχείρηση» συλλογής του ώριμου βαλανιδοκάρπου από τους Ξηρομερίτες, με σχετική προετοιμασία και καθιερωμένο, αυστηρά τηρούμενο τυπικό. Νωρίτερα, στα μέσα Ιουλίου, συλλέγονταν το καταγής βαλανίδι, η «χαμάδα» όπως λεγόταν, που ήταν το πρώτης ποιότητας, αυτό που έπεφτε από το δένδρο, τ’ οποίο απέβαλλε το μικρότερο, σα μια φυσική επιλογή. Αυτό το βαλανίδι, όπως προείπαμε, ήταν το καλλίτερης ποιότητας και το πρώτο που συλλέγονταν. Η επιχείρηση συλλογής του ώριμου βαλανιδιού, του «μάτερου», του «δεύτερης ποιότητας» βαλανιδιού, που αποτελούσε την κύρια και μεγάλη ποσότητα της παραγωγής, ήταν θα λέγαμε «εκστρατευτική», αφού οικογένειες ξεσπιτώνονταν κείνο τον καιρό, μετακομίζοντας χιλιόμετρα μακριά, μέσα στο δάσος, για ν’ ασκούν καθημερινώς την εργασία της συγκομιδής του βαλανιδοκάρπου. Κάθε οικογένεια είχε καθορισμένο τεμάχιο στο δάσος που συγκόμιζε, καθώς το δάσος είχε κατανεμηθεί κατόπιν συμφωνημένης μοιρασιάς του, με κλήρο.
            Είχε ήδη από τα χρόνια του Όθωνα, «μεριδοθεί» το βελανιδοδάσος Ξηρομέρου κατά χωριό. Και τούτο διότι στα πρωτύτερα χρόνια, οι διαπληκτισμοί για το αναλογούν κομμάτι δάσους είχε οδηγήσει ως και σε φονικά! Το αναλογούν τεμάχιο φυλάσσονταν ως προς τα καρπικά του δικαιώματα από τις αρχές Αυγούστου από δραγάτη (αγροφύλακα).
        Η συλλογή βελανιδιού λογίζονταν κατά το κλασματικό δίκαιο και οι ασκούντες το σχετικό δικαίωμα, το προοριζόμενο προς εμπορία, κατέβαλλαν το εκάστοτε καθοριζόμενο από τον πίνακα διατίμησης του Υπουργείου Γεωργίας μίσθωμα. Ιστορικά εάν πάμε πίσω, για να δούμε πώς προέκυψε το εν λόγω δικαίωμα, ανατρέχουμε στα χρόνια της Αντιβασιλείας και βλέπουμε ότι με το Διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1835 «Περί της συνάξεως των βαλανοκικιδίων εις τον Νομόν της Ακαρνανίας» (ΦΕΚ 10/1835) ορίστηκε στο άρθρο 1 ότι τα βαλανοκικίδια στο νομό Ακαρνανίας και Αιτωλίας «είναι ελεύθερα παντός φόρου εις την σύναξιν και αναποταμίευσίν των», ενώ πληρωνόταν φόρος όταν αυτά φορτώνονταν σε πλοίο για να μεταφερθούν (άρθρο 2).
        Στα τέλη δε του 19ου αιώνα, με το αριθμ. 77113/91630/4‐11‐1891 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, χορηγήθηκε το δικαίωμα της οιονεί νομή συλλογής βαλανιδοκάρπου από το δάσος Ξηρομέρου, ή άλλως περιορισμένη επικαρπία (προσωποπαγής δουλεία), περιοριζόμενη ως προς τον βαλανιδόκαρπο των δρυοδένδρων του δάσους αυτού και μόνον. Μάλιστα, πριν τον πόλεμο, η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος πραγματοποιούνταν μ’ ευθύνη του ιδιοκτήμονος, ενώ μετά το έτος 1951, με σχετικές διατάξεις της δασικής υπηρεσίας, ρυθμίζονταν η βαλανοσυλλογή κατά χώρο, χρόνο, τρόπο και ορίζονταν οι δικαιούχοι άσκησης αυτής.
        Οι συνθήκες εργασίες της συλλογής του βαλανιδοκάρπου ήταν εξαιρετικά δύσκολες και επίπονες, αφού ο τόπος κείνη την εποχή του χρόνου, με το καλοκαίρι να τον έχει «ψήσει» και νάχει συγκεντρώσει πολύ ζέστη, έμοιαζε με σωστό καμίνι, παρά τη σκίαση από τη δρυ (η σκίαση της δρυός, παρά το πλούσιο φύλλωμα της κόμης της, θεωρείται ισχνή και δεν προτιμάται σε σχέση με αντίστοιχη άλλων δασικών δένδρων).
            Ο ήλιος «έμπαινε» στο δάσος και το ζέσταινε, και λόγω του περίκλειστου χώρου, που δεν έφτανε αέρας, με τον ασβεστόλιθο ταυτόχρονα να «καίει», κατέληγες να ιδρώνεις περισσότερο απ’ ότι στο ξέφωτο, στ’ οποίο έβγαινες για «ν’ ανασάνεις». Ενώ η σκόνη, που καθ’ όλο το άβροχο καλοκαίρι είχε επισωρευθεί στις κόμες των δρυών, έφερνε ακατάπαυστη φαγούρα με το τίναγμα των δένδρων για το ρίξιμο του βαλανιδιού, δημιουργώντας αναφυλαξία, τη γνωστή στους ντόπιους «ίλιγγα».
        Ο «τιναχτής» ήταν αυτός που κτυπούσε με το «λούρο» τη δρυ από το έδαφος ή βρισκόταν σκαρφαλωμένος απάνω της, για να πέσει ο καρπός (το βαλανίδι). Ο «λούρος» ήταν ένα ξύλινο ραβδί μήκους 3‐4 μέτρων, που χρησιμοπούνταν για το τίναγμα ή το χτύπημα της βελανιδιάς, προκειμένου να πέσουν καταγής τα βαλανίδια. Ο «τιναχτής» έκανε τη «δύσκολη δουλειά», καθώς ο χειρισμός του βαριού και μακριού λούρου απαιτούσε χειροδύναμη προσπάθεια και δεξιοτεχνία, ενώ υποβάλλονταν και στην επικινδυνότητα του ακροβατισμού στο δένδρο, καθώς το τίναγμα γινόταν από πάνω προς τα κάτω, με πιθανό σε κάθε στιγμή τον τραυματισμό του. Πρόβλημα ήταν τα λιγκώνια του δένδρου (τα μικρόσωμα κοκκινωπά μυρμήγκια) που συμβιούσαν σε αυτό και τσιμπούσαν (δάγκωναν) έντονα, έχοντας μάλιστα δυσάρεστη μυρωδιά.
        Οι «τρυγητές» (άνδρες ή γυναίκες) συνέλεγαν τον καρπό που έπεφτε καταγής, ανάμεσα στ’ αυχμηρά αγκωνάρια, τις αγκαθιές και τα γκρεμνά, ενώ υπήρχε και ο φόβος μην οι οχέντρες εγερθούν και κεντρίσουν τους τρυγητές, οι οποίοι έπρεπε να είναι πάντα σ’ εγρήγορση. Στη μικρή τους καλύβα που έστηναν στο χώρο της συλλογής κατά τον καιρό που αυτή διαρκούσε, ζούσαν οι καρπωτές σε συνθήκες πρωτόγονες, με λιγοστά αγαθά. Είχαν όμως την κοινωνική σχέση που τους κρατούσε και τους έδινε δύναμη να συνεχίζουν. Το νερό δυσεύρετο, έπρεπε νάρθει από μακριά –από κάποια από τις σπάνιες πηγές του δάσους ή από τη λίμνη (του Οζερού) ή ακόμα και από τον οικισμό–, τα τρόφιμα συντηρημένα για καιρό και μπαγιατισμένα, η υγιεινή ανεπαρκής. Κάποιοι γυρολόγοι πραματευτάδες μόνε, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της απομάκρυνσης των βαλανοσυλλεκτών από τον «πολιτισμό», φέρναν κάποια αγαθά –τρόφιμα συνήθως ή τα χρειαζούμενα της επιβίωσης–, μα φρόντιζαν να κερδοσκοπούν από την κατάσταση τούτη, παρέχοντάς τα σε τιμές υψηλές.
        Η αγωνία και ο φόβος των δρυοσυλλεκτών ήταν οι πρώιμες φθινοπωρινές βροχές, που θα χαλνούσαν την εργασία τους, αλλά και τον καρπό τους. Αυτός έπρεπε να είναι στεγνός, διά τούτο και τον ήλιαζαν στ’ αλώνια που δημιουργούσαν για τον εν λόγω σκοπό. Τα σακιά με τον καρπό έφταναν στ’ αλώνια, όπου εκεί απλώνονταν τα βαλανίδια για να στεγνώσουν. Προηγούνταν το ξεβελιάνιασμα, που ονομάζονταν «κακατσίδα», δηλαδή ο αποχωρισμός του φρέσκου βαλανιδιού, , από το κύπελλο (το περικάρπιο). Αυτή ήταν μια δύσκολη κι επίπονη διαδικασία, καθώς ο αποχωρισμός γινόταν με σουβλί. Οι τραυματισμοί ήταν συχνοί. Μετά το βαλανίδι απλώνονταν στο αλώνι.
        Σ’ εποχές μεγάλης «ξυλοκαρπίας», η ποσότητα του συλλεγόμενου βαλανιδιού έφτανε σε χιλιάδες τόνους, αποτελώντας το δάσος του τον κύριο τροφοδότη βαλανιδιού της χώρας! Από εκεί, έμποροι τον αγόραζαν, τον σάκιαζαν και τον μετέφεραν στις αποθήκες του Αστακού (συνήθως), για να «ζυμωθεί», χωρίς ν’ «ανάψει». Τούτο επιτυγχάνονταν με το συνεχές ανακάτεμά του με σιδερόφτυρια, για ν’ αερίζεται. Μετά φορτώνονταν σε καΐκια και κατέληγε στα βυρσοδεψεία (τα επονοναζόμενα στην κοινή ελληνικήν «ταμπάκια») της Ελλάδας ή της Ιταλίας. Με την τεχνική της βυρσοδεψίας πραγματοποιούνταν επεξεργασία του δέρματος των ζώων με στόχο την παραγωγή επεξεργασμένου δέρματος με αυξημένη ανθεκτικότητα και πιθανότατα χρώμα, κατάλληλο για την κατασκευή ειδών ένδυσης, υπόδησης κλπ. Η διαδικασία της επεξεργασίας περιελάμβανε τη μόνιμη μετατροπή της πρωτεϊνικής δομής του δέρματος με τη χρήση κατάλληλων χημικών, όπως είναι οι τανίνες. Αυτές εξάγονταν φυσικώς, με συγκεκριμένη επεξεργασία από τα βαλανίδια (κυρίως), καθώς και από τον πευκοφλοιό.
            Αργότερα, με τις βροχές που έρχονταν, έπεφταν από τα δένδρα και τα τελευταία βαλανίδια, που δεν είχαν ρίξει οι λούροι κι ονομάζονταν «χάχλα». Συνηθίζονταν οι γυναίκες του χωριού να μαζεύουν αυτό το πεσμένο βαλανίδι για τον έμπορα, που πάντως το έπαιρνε στη μισή τιμή από το «ματερό», και με τα μικρά ποσά από τη συναλλαγή τούτη που αποκόμιζαν, κάλυπταν τις τρέχουσες βασικές ανάγκες της οικογένειας.
        Οι άνθρωποι που δούλευαν στο δάσος βρίσκονταν σ’ επαφή, εκτός από τη φύση και με την ιστορία του τόπου, με το πλούσιο παρελθόν του που χανόταν στα βάθη των αιώνων. Και τούτο αποτελούσε προνόμιο ̇ ήταν μιαν όμορφη και υψηλή αίσθηση. Είχαν, αυτοί οι άνθρωποι, οι αργάτες της γης, οι πονητές της φύσης, την ευτυχία να συμπορεύονται με τους προγόνους, διδασκόμενοι από αυτούς, και να συνεχίζουν τον πολιτισμό τους, που ήταν συνυφασμένος με το δάσος και τις αξίες του, με τη δρυ και τις προσφορές της. Τους βλέπουμε έτσι να εργάζονται δίπλα στα ερείπια του αρχαίου πολιτισμού, δίπλα σε αυτά να ζουν νοιώθοντάς τα οικεία, ως μέρος του γίγνεσθαι στον τόπο, αισθανόμενοι την ανάσα του χθες στην πράξη του σήμερα. Τούτο ήταν ένα μεγάλο βιωματικό γεγονός κι υπήρχε περηφάνια για το ό,τι ζούνταν!
        Η οικονομική σημασία του δάσους Ξηρομέρου είχε εκτιμηθεί ήδη από τον 13ο αιώνα από τους Βενετούς, οι οποίοι εξήγαγαν από κει μεγάλες ποσότητες βαλανιδιού, η δε ξυλεία του ήταν πολύτιμη για τη ναυπηγική. Μάλιστα, στις αρχές του 18ου αιώνα, οι Βενετοί πρότειναν στους Τούρκους ν’ ανταλλάξουν τα Κύθηρα με τα Κανδηλάκια Ξηρομέρου και τους Ρωγούς, προκειμένου να λύσουν το πρόβλημα εξεύρεσης ναυπηγήσιμης ξυλείας που αντιμετώπιζαν, κάτι που τελικά δεν επιτεύχθη λόγω της αντίδρασης των Ξηρομεριτών, οι οποίοι προέβαλαν το επιχείρημα ότι τα δάση τους είναι εκκλησιαστικά και άρα προστατευόμενα. Το δάσος Ξηρομέρου αποτελούσε το «μάννα» για τους Ακαρνάνες, μιας κι ήταν μία από τις βασικές πηγές που τους παρείχε έσοδα κείνη τη εποχή, μα ήταν και ο βιοτικός τόπος όπου κοινωνούσαν.
του Αντώνιου Καπετάνιου Δασολόγου Περιβαλλοντολόγου από το βιβλίο του “Τα δένδρα π’ αγαπούμε, τα πληγώνουμε! Ωδή σε τρία δένδρα: στην ελιά, στη δρυ, στο πεύκο”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2022, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=60398)