Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΩΣ ΠΗΓΗ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΕΤΙΚΗΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ, 
14o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ,

«Η ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ  ΤΟΥ

ΣΗΜΕΡΑ: ΑΕΙΦΟΡΙΑ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΠΟΝΗΣΕΙΣ», 
Θεσσαλονίκη 10-12 Οκτωμβρίου 2012





ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΩΣ ΠΗΓΗ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑΣ

Η. Κανέλλου1, Μ. Παπαφωτίου1, Φ. Οικονόμου2, Δ. Λύρα2

Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής
1Εργαστήριο Ανθοκομίας και Αρχιτεκτονικής Τοπίου, 2Εργαστήριο Γεωργίας
Ιερά οδός 75, 11855



Οι αρχαιολογικοί χώροι εκτός από την ιστορική και πολιτιστική τους αξία, διαθέτουν
πλούσιες φυτικές κοινωνίες, καθότι αποτελούν ασφαλή καταφύγια ακόμη και εντός
αστικού περιβάλλοντος. Υπό αυτό το πρίσμα οι αρχαιολογικοί χώροι αποκτούν
σπουδαία οικολογική αξία ως φυσικό οικοσύστημα. Ιδιαίτερα τα είδη της αυτοφυούς
χλωρίδας, συνυπάρχουν και συμπληρώνουν το ιστορικό τοπίο, η προστασία του
οποίου είναι επιβεβλημένη καθώς αποτελεί σημείο αναφοράς του ελληνικού τοπίου. Η
εργασία αυτή αποτελεί μέρος του προγράμματος «Θαλής», με τίτλο
υποέργου: «Ολοκληρωμένη διαχείριση της βλάστησης αρχαιολογικών χώρων για την
προστασία του μνημείου και την ανάδειξη του ιστορικού τοπίου» και περιλαμβάνει
την καταγραφή των αυτοφυών φυτικών ειδών σε επτά επιλεγμένους αρχαιολογικούς
χώρους. Οι χώροι επελέγησαν με βάση τη γεωγραφική τους θέση με σκοπό να
καλυφθούν ποικίλες εδαφοκλιματικές συνθήκες. Σκοπός της εργασίας είναι η ανάλυση
των φυτικών κοινωνιών που αναπτύσσονται σε αρχαιολογικούς χώρους, που θα
αποτελέσει τη βάση της ανάπτυξης μεθοδολογίας για τη διαχείριση της βλάστησης σε
δύο κατευθύνσεις: α) για τον περιορισμό της χλωρίδας που προκαλεί προβλήματα με
την παρουσία της στο ίδιο το μνημείο και β) τον εκ νέου σχεδιασμό της φυτικής
κάλυψης, με χρήση αυτοφυών ειδών, που συνδέονται αισθητικά και ιστορικά με τον
εκάστοτε χώρο. Για την καταγραφή των αυτοφυών ειδών ελήφθησαν δείγματα από
κάθε χώρο, υπό μορφή quadrat, για την τυχαιοποίηση των οποίων, χρησιμοποιήθηκε
πρωτόκολλο του Δικτύου Καταγραφής και Εκτίμησης Οικολογίας, του Καναδά. Σε
κάθε quadrat, έγινε οπτική εκτίμηση της κάλυψης και της αφθονίας κάθε είδους, με
χρήση της κλίμακας Braun-Blanquet. Παράλληλα συλλέγονταν δείγματα από κάθε
είδος με σκοπό την ταυτοποίησή του, με βάση τη Flora Europea. Η καταγραφή έλαβε
χώρα τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2012, με σκοπό να καταγραφούν τα
χειμερινοεαρινά είδη, ενώ επίκειται αντίστοιχη καταγραφή για τα θερινοφθινοπωρινά
είδη. Μέχρι στιγμής έχουν αναλυθεί τα αποτελέσματα έξι αρχαιολογικών χώρων, από
όπου συλλέχθηκαν 280 φυτικά δείγματα και ταυτοποιήθηκαν 201 διαφορετικά φυτικά
είδη. Από την έως τώρα ανάλυση των δεδομένων, μεταξύ άλλων, προέκυψαν τα
παρακάτω αποτελέσματα: τα είδη ανήκουν σε 37 οικογένειες. Αυτές, κατά φθίνουσα
σειρά, επί τοις εκατό συμμετοχής στο σύνολο, είναι: Fabaceae (24%), Pοaceae
(18,5%), Asteraceae (15,5%), Plantaginaceae (5%) και λοιπές οικογένειες (έως 3%).
Το μόνο είδος που εμφανίστηκε σε όλους τους χώρους είναι το Αvena sterilis. Το 17%
των ειδών εμφανίζεται σε δύο έως πέντε χώρους, ενώ η πλειοψηφία των ειδών
(82,5%), εμφανίζεται μόνο σε ένα χώρο. Ενδιαφέρον ακόμη παρουσιάζει ο πλούτος σε
φυτικά είδη ανά χώρο. Αυτός μπορεί να εκφραστεί με το ποσοστό των αποκλειστικών
ειδών ενός χώρου επί του συνόλου των ειδών, ανά χώρο: χώρος εντός Αττικής με
ημιδασικό περιβάλλον, 27,3%, χώρος στην Πελοπόννησο σε αγροτικό περιβάλλον,
19,4%, χώρος στο κέντρο της Αθήνας, 11,4%, χώρος σε νησί με ξηροθερμικό κλίμα,
10,4%, χώρος ση Βόρεια Ελλάδα σε αγροτικό περιβάλλον, 9% και χώρος στο κέντρο
της Θεσσαλονίκης, 5%.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου