Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

ΚΟΥΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΓΛΥΣΤΡΟΚΟΥΜΑΡΙΑ


ΚΟΥΜΑΡΙΑ (Arbutus unedo)

Η κουμαριά είναι θάμνος κοινός στις θερμές, με ήπιο χειμώνα, περιοχές της ελληνικής υπαίθρου. Ανήκει στην οικογένεια των ερικοειδών (Ericaceae). Το ύψος της ποικίλει από ένα έως τρία μέτρα. Τα φύλλα της αειθαλή 5 έως 8 εκατοστά, ωοειδή ή λογχοειδή βραχύμισχα, μεμβρανώδη, λεία στίλβοντα, πριονωτά στα χείλη. Τα άνθη της είναι λευκά ή ρόδινα κωδωνοειδή ή καλύτερα σε σχήμα στάμνας, με τα πέντε οδοντωτά χείλη της στεφάνης κυρτά προς τα έξω. Ο καρπός είναι ράγα, αρχικά πράσινος, ερυθρορόδινος κατά την ωρίμανση, σφαιρικός, σαρκώδης, εύχυμος, διαμέτρου 10-20 χιλ., με επιφάνεια τραχεία, φυματώδη. Οι καρποί ωριμάζουν από τον Οκτώβριο έως τον Ιανουάριο, ενώ την ίδια εποχή, το φυτό βρίσκεται σε πλήρη άνθηση.
            Σ’ ολόκληρη την Ελλάδα τη συναντούμε με το ίδιο όνομα «κουμαριά». Ουσιαστικά παραμένει αναλλοίωτο το αρχαίο της όνομα «κόμαρος», όπως αναφέρεται από τον Θεόφραστο (Φυτών Ιστορία 3,16,4). Ο Θεόφραστος βέβαια περιγράφει αλλαχού (Φ.Ι. 5,4,4) με το όνομα «Αφάρκη» το ίδιο είδος, που ίσως είναι συνώνυμο της κουμαριάς, ή πιθανά αναφέρεται σε κάποια παραλλαγή της.
            Είναι φυτό δασικό, ιδιαίτερα κοσμητικό και αναπτύσσεται εντός της ζώνης των αειφύλλων πλατυφύλλων ειδών, σε περιοχές σχετικά υγρές, προστατευόμενες από ξηρούς ανέμους και σε εδάφη ελαφρά και γόνιμα. Τη συναντούμε σ’ όλες τις παραμεσόγειες περιοχές και όλως περιέργως, στην Ιρλανδία!
            Οι καρποί της, τα κούμαρα, (κόμαρα ή μεμαίκυλα στην αρχαιότητα), είναι εδώδιμοι, εύγευστοι, χρησιμοποιούμενοι στο παρελθόν από τους αγρότες για παραγωγή, με ζύμωση και απόσταξη, αλκοολούχου ποτού, γνωστό ως «κουμαρόρακη».
            Ο Διοσκορίδης χαρακτηρίζει τα κούμαρα ως αχυρώδη, κακοστόμαχα και φέροντα στον εσθιόμενο κεφαλαλγία. Η κατανάλωση επίσης μελιού προερχόμενου από τη νομή των κουμαριών (κουμαρόμελο), προκαλεί τα ίδια συμπτώματα.

ΓΛΥΣΤΡΟΚΟΥΜΑΡΙΑ (Arbutus andrachne)



            Η γλυστροκουμαριά, είναι πολύ συγγενικό με την κουμαριά είδος. Θάμνος και σε αδιατάρακτες από τον άνθρωπο και τα ζώα συστάδες, φθάνει σε ύψος τα 8 με 10 μέτρα. Τα φύλλα της είναι ωοειδή προμήκη, με βάση αποστρογγυλωμένη, σκληρά, δερματώδη, λεία στίλβοντα στην επάνω πλευρά, ωχρά πράσινα από την κάτω.
Ο καρπός της πορτοκαλόχρους, παρόμοιος με της κουμαριάς αλλά μικρότερος, με γεύση στιφνή, μη εδώδιμος.
Ο κορμός και τα κλαδιά της, έχουν φλοιό ερυθρό εντελώς λείο. Ο Γουσταύος Φλωμπέρ, χωρίς να γνωρίζει το είδος, σε μια περιοδεία του στην Πεντέλη και το Μαραθώνα το 1850, χαρακτηριστικά περιγράφει: «μικρά πράσινα δάση, ελατάκια, ξυλοκερατιές, κι ένα δενδράκι με φύλλα που μοιάζουν με τα φύλλα της δάφνης ή της ροδακινιάς και που τα κλαριά του, πλυμένα από τη βροχή, είναι κόκκινα και γυαλίζουν σαν λουστραρισμένο μαόνι». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για γλυστροκουμαριά.
Η γλυστροκουμαριά είναι κοινό είδος της διάπλασης των αειφύλλων πλατυφύλλων, όπως και η κουμαριά, γνωστή με τα κοινά ονόματα αγριοκουμαριά, άνδρακλα, αντρουκλιά, κουκουμάτσι, μπαμπουκλιά και ανδραχνιά. Στην αρχαιότητα  αναφέρεται από το Θεόφραστο (Φ.Ι. 1,9,3 και 3,16,5) ως «ανδράχλη».
Και τα δύο είδη αποτελούν εξαιρετικό υλικό για παραγωγή ξυλανθράκων, ενώ το έδαφος που εμπλουτίζεται από τα αποσαθρωμένα φύλλα τους, γνωστό ως κουμαρόχωμα, χρησιμοποιείται ως άριστο χώμα στις γλάστρες και στην κηπουρική.

dr ΓΕΩΡΓΙΟΣ. ΚΑΡΕΤΣΟΣ
Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος
 Διευθυντής Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων

4 σχόλια:

  1. Ας μπώ και γω στο χορό των Arbutus !!! (αντιστάθηκα όταν μπήκε η φωτογραφία του κορμού, αλλά τώρα με έπιασε το "δασκαλίστικο" όπως θα έλεγε κάποιος) μιας και στο εργαστήριό μας ασχολιώμαστε χρόνια με τα 3 Arbutus της Ελλάδας., γιατί είναι τρία και όχι δύο.
    Στην Ελλάδα λοιπόν, εκτός από τα είδη Arbutus unedo L. (κουμαριά, strawberry tree) και
    Arbutus andrachne L. (γλυστροκουμαριά, Greek, Eastern, ή Cyprus strawberry tree),
    απαντάται και το είδος Arbutus x andrachnoides Link., φυσικό υβρίδιο μεταξύ των Α. unedo και A. andrachne,
    το οποίο παρουσιάζει παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά με τους δύο γονείς του, ιδιαίτερα με την γλυστροκουμαριά,
    από την οποία δύσκολα διακρίνεται. Υπάρχει στην Βαρυμπόπη, Κάλαμο κλπ.

    Καλό Σαββατοκύριακο
    Μαρία

    Δρ. Μαρία Παπαφωτίου
    Αναπλ. Καθηγήτρια
    Δ/ντρια Εργ. Ανθοκομίας &
    Αρχιτεκτονικής Τοπίου
    Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όσον αφορά τα κούμαρα, ενημερωτικά και λόγω «εξειδίκευσης !!»,
      εκτός από ρακί, μπορούν να φαγωθούν και φρέσκα με μια γλυκιά,
      αρωματική σάλτσα, μπορούν να γίνουν μαρμελάδα (και τα «σποράκια» δεν
      ενοχλούν καθόλου στη γεύση), μπορούν να γίνουν λικέρ (με ιδιαίτερο
      άρωμα, πολύ διακριτικό) και μπορούν επίσης να βελτιώσουν τη ποιότητα
      άλλων αποσταγμάτων (ως πρόσμιξη) - και ίσως πολλά άλλα .

      Μ. Στογιάννος

      Διαγραφή
  2. Και μερικά φαρμακευτικά (...γεννόσημα)
    Κουμαριά
    Αντιθρομβωτικό Η χρησιμότητα
    του κούμαρου σε διάφορες παθήσεις είναι γνωστή από την αρχαιότητα.
    Χρειάζεται, όμως, προσοχή, καθώς η μεγάλη κατανάλωση καρπών προκαλεί
    δηλητηρίαση. Ο Ιπποκράτης τα χρησιμοποιούσε κατά της θρομβοφλεβίτιδας,
    ενώ πρόσφατα απομονώθηκαν σε αυτά κουμαρίνες, οι οποίες είναι
    αντιπηκτικά που χορηγούνται σε ασθενείς με θρομβώσεις.
    Κουμαρίνες

    Η χαρακτηριστική μυρωδιά του φρεσκοκομμένου σανού οφείλεται σε μια ομάδα ενώσεων, τις κουμαρίνες.
    Αυτές οι τόσο αρωματικές ενώσεις δεν υπάρχουν μόνο στο σανό.
    Η
    κουμαρίνη έχει περιορισμένη επίδραση στον οργανισμό, αλλά ένα από τα
    προϊόντα του μεταβολισμού της, η δικουμαρόλη, είναι ισχυρή
    αντιθρομβωτική ένωση.
    Η αλλοπαθητική ιατρική έχει χρησιμοποιήσει τις κουμαρίνες σαν βάση για
    την παρασκευή του warfarin, ενός αντιθρομβωτικού φαρμάκου που
    χρησιμοποιεπαι κατά της θρόμβωσης σε μικρές δόσεις και σαν
    ποντικοφάρμακο σε μεγάλες δόσεις.

    Δ.Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΠΟΛΥ ενδιαφέρον

    Εύχομαι από καρδιάς η φετινή Ανάσταση να φέρει ΥΓΕΙΑ, ΥΠΟΜΟΝΗ και ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ!!!

    Φιλί και Γλαρένες αγκαλιές

    ΑπάντησηΔιαγραφή