Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΧΟΡΤΟΛΙΒΑΔΙΚΩΝ & ΦΡΥΓΑΝΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ


ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΧΟΡΤΟΛΙΒΑΔΙΚΩΝ & ΦΡΥΓΑΝΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ


του Αντώνιου Καπετανιου Δασολόγου Περιβαλλοντολόγου
Θα ξεκινήσω την εισήγησή μου αναφερόμενος στην εντύπωση του Γάλλου συγγραφέα Αντρέ Μπιγύ, όταν πρωτοήλθε στη χώρα μας το έτος 1937 με πλοίο, καθόσον στα παρακάτω λόγια του αποδίδεται με απλό τρόπο αυτό που με τις αισθήσεις θα πει Ελλάδα, μέσω της φύσης της. Ο παρατιθέμενος διάλογος του συγγραφέα μ’ έναν συνταξιδιώτη του, είναι χαρακτηριστικός: 
« …
- Τι είναι, που είμαστε;
Στον Ισθμό της Κορίνθου.
Μα αυτή η μυρωδιά, αυτό το άρωμα των χόρτων που μυρίζουν τερέβινθο και θυμάρι, τι είναι;
Αυτή είναι η μυρωδιά της Ελλάδας».
Και συνεχίζει: 
«Όχι, δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ, όπου η παρουσία της Ελλάδας γινόταν αισθητή αποκλειστικά και μόνο από το άρωμά της!» («La Grece», Arthaud, 1937).
Γιατί αναφέραμε το απόσπασμα αυτό; Για να δείξουμε ότι η «θαυμαστή χαμηλή φυτεία» της Ελλάδας, όπως όμορφα τη χαρακτήρισε σ’ ένα δοκίμιό του ο καλός συγγραφέας μας Ζαχαρίας Παπαντωνίου, η απαξιωμένη, η μη εκτιμημένη από τον σημερινό Έλληνα, είναι αυτή που καλοσωρίζει τον επισκέπτη στη χώρα μας, με τις ευωδιές και τα χρώματά της. Είναι η φύση της Μεσογείου, είναι φύση ελληνική. Είναι τα φρύγανα και οι πόες της Ελλάδας, που φτιάχνουν όμορφα φυσικά περιβάλλοντα, που είναι μοναδικά αλλά και κρίσιμα οικοσυστήματα. Μοναδικά λόγω του δέσιμού του με το ελληνικό περιβάλλον και το ελληνικό τοπίο, τ’ οποίο στις περιοχές της ξηροθερμικής ζώνης το χαρακτηρίζουν, αλλά και κρίσιμα διότι είναι οριακά και το χάσιμό τους σημαίνει απώλεια της βλάστησης του τόπου, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που ακολουθούν (διάβρωση, απόπλυση εδάφους, σκελετοποίηση κ.ά.), και οδήγημα στην ερημοποίηση.

Τα εν λόγω συστήματα χαρακτηρίζουν το τοπίο των περισσότερων νησιωτικών περιοχών του αρχιπελάγους, και μέρος περιοχών της ηπειρωτικής χώρας, διαμορφώνοντας ένα ελκυστικό περιβάλλον, στο οποίο την άνοιξη κυριαρχούν τα χρώματα –με την άνθηση των φυτών– και το καλοκαίρι οι ευωδιές –αφού, με την επίδραση των υψηλών θερμοκρασιών, απελευθερώνονται αιθέρια έλαια από τα φυτά αυτά. 
Δε θα επεκταθώ περισσότερο στην περιβαλλοντική σημασία των χορτολιβαδικών και φρυγανικών οικοσυστημάτων της χώρας διότι οι εκλεκτοί επιστήμονες που παρίστανται θα αναφερθούν (ή αναφέρθηκαν) σχετικά. Κείνο όμως που εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι πόες και τα φρύγανα της χώρας συγκροτούν οικοσυστήματα, κάτι το οποίο παραβλέπουμε, αγνοούμε ή φροντίζουμε να το “ξεχνούμε”! Με αποτέλεσμα να τις αντιμετωπίζουμε ως εκτάσεις (εξ ου και ο όρος που τους αποδίδεται “χορτολιβαδικές εκτάσεις”), που διατίθενται για συγκεκριμένους σκοπούς, δηλαδή αντιμετωπίζονται ως ένα απόθεμα γης και ως “νεκρές γαίες”. Η αντιμετώπιση αυτή, και γενικότερα η μη ορθή αξιολόγησή τους αναφορικά με τον οικολογικό, περιβαλλοντικό και αισθητικό/τοπιακό τους ρόλο, έχει σχέση με την προστασία τους, στην οποία ειδικώς θ’ αναφερθώ παρακάτω.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Προστατεύονται τα χορτολιβαδικά και φρυγανικά οικοσυστήματα της χώρας; Είναι ένα ερώτημα που χωρεί πολύ συζήτηση και θέλει ανάλυση νομική αλλά και ιστορική για να εξηγηθεί. 
Η χορτολιβαδική και φρυγανική βλάστηση της χώρας, μέχρι την ισχύ του Νομοθετικού Διατάγματος 86/1969 προστατεύονταν με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, και τα συγκεκριμένα εδάφη υπάγονταν στα δασικού χαρακτήρα, αφού καταχωρούνταν ως χορτολιβαδικά δασικά εδάφη στο συγκεκριμένο νομοθέτημα. Μάλιστα, αν πάμε παλαιότερα, στο νόμο ΑΧΝ του 1888, βλέπουμε ότι σε αυτόν ειδικώς τα φρύγανα θεωρούνταν δάσος, αφού ερμηνεύτηκε τότε ότι, ως ξυλώδη φυτά έχουν αποστολή ίδια με αυτή του δάσους. Μετά την ισχύ του νόμου 998/1979 οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που ευρίσκονται επί πεδινών, ανωμάλων και λοφωδών εδαφών, δεν υπήγοντο στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Οι ευρισκόμενες χορτολιβαδικές εκτάσεις επί ορεινών εδαφών και οι υπεράνω δασών ή οι περιβαλλόμενες από δάση, υπήγοντο στις δασικές διατάξεις. Τα δε εδάφη των φρυγάνων θεωρήθηκαν ως μη δασικά κι αποδεσμεύθηκαν από την προστασία της δασικής νομοθεσίας, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να το ορίζει διάταξη του νόμου αυτού, αλλά το καθόρισε γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Γεωργίας! Να σημειώσουμε ότι στο νόμο 998/1979 δεν υπήρχε αναφορά σε φρυγανικές εκτάσεις, και αυτός ήταν ένας επιπρόσθετος λόγος για να θεωρηθούν τα φρύγανα ως μη εμπίπτοντα στη δασική προστασία. 
Ακολούθως, με το νόμο 3208/2003, καθώς και με τον νεώτερο 3818/2010, οι χορτολιβαδικές εκτάσεις των λοφωδών, ημιορεινών και πεδινών περιοχών της χώρας, δε θεωρούντο ότι συγκροτούν δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, όπως προΰσχυε, πλην όμως οι δημόσιες (και μόνο) αυτές εκτάσεις διαχειρίζονται από τη Δασική Υπηρεσία για συγκεκριμένους σκοπούς, που είναι η εξυπηρέτηση των επιτρεπτών επεμβάσεων που προβλέπονται από τη δασική νομοθεσία, η χρήση τους ως βοσκοτόπων, καθώς και η απόδοσή τους για τη δημιουργία νέων δασών. 
Πρέπει εν προκειμένω να υπογραμμίσουμε ότι ο νομοθέτης συνάρτησε αυτές τις εκτάσεις με τις χρήσεις που προαναφέρθηκαν, χωρίς να λογίζονται οι ίδιες ως φυσικά οικοσυστήματα με ιδιαίτερη διαχείριση. Ο εξυπηρετούμενος σκοπός κάθε φορά είναι αυτός που καθορίζει τη χρήση των εδαφών τους, έτσι που, η προστασία των συγκροτούμενων φυτοκοινωνιών να μην υπολογίζεται και ο οικολογικός ρόλος τους ν’ αγνοείται. Αγνοείται εν προκειμένω ότι η εν χορτολιβαδική και φρυγανική βλάστηση διαμορφώνει οικοσυστήματα σημαντικής (σε βαθμό κι αξία) βιοποικιλότητας, πολύτιμα οικοσυστήματα για τις προσφορές τους, που επιζητούν προστασία για το ρόλο τους ως φύση, προκειμένου να σταθούν και να συνεχίσουν να υπάρχουν. Με την αντιμετώπιση αυτή, τα παραπάνω εδάφη δεν προστατεύονταν περιβαλλοντικά από κάποια νομοθεσία και από δημόσια υπηρεσία, κάτι που αντέβαινε στη συνταγματική επιταγή για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας (παράγραφος 1 άρθρου 24 του Ελληνικού Συντάγματος). 
Ακολούθησε ο νόμος 4280/2014, που σήμερα εφαρμόζεται, ο οποίος αφενός έκανε ένα βήμα προστασίας των παραπάνω εκτάσεων, βάσει των δασικών διατάξεων, εντάσσοντάς τες ως ξεχωριστή κατηγορία προστατευτέων από τη δασική νομοθεσία εκτάσεων, αφετέρου όμως, ακολουθώντας την πεπατημένη των προηγούμενων νόμων, δεν περιέλαβε στη δασική προστασία τις ιδιωτικές χορτολιβαδικές και φρυγανικές εκτάσεις. Έκανε όμως και κάτι επιπρόσθετο: απέβαλλε από τις δασικές διατάξεις τις πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ οι προηγούμενοι νόμοι τις είχαν περιλάβει! Τούτο συνιστά μεγάλη ανατροπή! 
Σε ότι αφορά στην ξεκάθαρη προστασία των παραπάνω εκτάσεων από τις δασικές διατάξεις, μη μένοντας μόνο στη διαχείρισή τους από τις δασικές υπηρεσίες, όπως προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος (ν. 3208/2003), αποτελεί μια θετική κίνηση από πλευράς του νομοθέτη (της πολιτείας), που ενισχύει την προστασία τους. Όμως από την εν λόγω προστασία εξαιρέθηκαν, όπως προείπαμε, οι ιδιωτικές και οι πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις, και τούτο δημιουργεί ζήτημα θεώρησης της περιβαλλοντικής προστασίας εκτάσεων που ναι μεν είναι φυσικά οικοσυστήματα κι αποτελούν φυσικό περιβάλλον, που θα έπρεπε να προστατεύεται σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος, πλην όμως δεν προστατεύεται, και το κριτήριο γι’ αυτό είναι η κυριότητά τους (το γεγονός ότι είναι ιδιωτικές εκτάσεις), καθώς και το υψόμετρό τους (το γεγονός ότι είναι πεδινές εκτάσεις). Τούτο το γεγονός, να ξεχωρίζονται ως προς την προστασία τους οικοσυστήματα αναλόγως της ιδιοκτησίας και του υψομέτρου τους, επιτρέψτε μου να πω ότι είναι φαινόμενο ελληνικό, μη συμβατό με τους νόμους και τους ορθούς κανόνες της περιβαλλοντικής προστασίας και διαχείρισης των φυσικών οικοσυστημάτων, που ισχύουν σύμφωνα με την επιστήμη της Οικολογίας. 
Επιπροσθέτως ο νομοθέτης δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη φύση της προστασίας των παραπάνω εκτάσεων, όπως προσδιορίστηκε στις αποφάσεις 32, 33 & 34/2013 ΣτΕ, σύμφωνα με τις οποίες η προστασία των φρυγανικών εκτάσεων ακολουθεί ότι ισχύει στις δασικές διατάξεις για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, λογιζόμενα τα φρύγανα ως ξυλώδης βλάστηση, και δεν αντιμετωπίζονται όπως οι χορτολιβαδικές εκτάσεις (που αποτελούνται από ποώδη και άγρια αυτοφυή μη ξυλώδη βλάστηση), οι οποίες έχουν ιδιαίτερη αντιμετώπιση. Ο νομοθέτης μολοντούτο, με την προαναφερόμενη διάταξη ενέταξε στις χορτολιβαδικές εκτάσεις και τις καλυπτόμενες από φρυγανική βλάστηση εκτάσεις, και εξομοίωσε τις μεν με τις δε ως προς την αντιμετώπισή τους, κάτι που είναι αντίθετο με τη νομολογία η οποία διεμορφώθη, και η οποία ακολούθησε ότι σχετικά επιτάσσετο από την επιστήμη της Οικολογίας. Οι φρυγανικές εκτάσεις είναι ξέχωρη κατηγορία εκτάσεων, σε σχέση με τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, κάτι που εν προκειμένω δεν το διέκρινε ο νομοθέτης. Η εν λόγω αντιμετώπιση μειώνει την προστασία των φρυγανικών οικοσυστημάτων, αφού αφενός αντιμετωπίζονται με το θολό “εποτπικό” καθεστώς προστασίας των χορτολιβαδικών εκτάσεων, αφετέρου οι ιδιωτικές και πεδινές τέτοιες εκτάσεις αποκλείονται της δασικής και γενικότερα της περιβαλλοντικής προστασίας. 
Η πλήρης και ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία των χορτολιβαδικών και φρυγανικών εκτάσεων της χώρας πραγματοποιείται σήμερα με την ένταξή τους σε περιοχές ειδικής προστασίας (δίκτυα προστατευόμενων περιοχών), οπού εκεί ακολουθούν την προστασία που επιβάλλεται από το ειδικό καθεστώς, οπότε θα ισχύσουν δεσμεύσεις στη χρήση των εδαφών και στη διαχείριση του χώρου. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι εν λόγω εκτάσεις ακολουθούν ότι επιτάσσεται από τη δασική νομοθεσία, σ’ ότι αφορά στην προστασία τους, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. 
Το μείζον ζήτημα μολοντούτο παραμένει, κι αφορά στο πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι εκτάσεις -ότι δεν αντιμετωπίζονται ως φυσικά οικοσυστήματα-, καθώς και στην προστασία τους μέσα από ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα θέτει κανόνες κι αρχές προστασίας και διαχείρισης τους αναγνωρίζοντας τον οικολογικό τους ρόλο και τη διασύνδεσή τους με το ελληνικό τοπίο, τη φυσιογνωμία και την ιστορία του τόπου. Σε αυτό τον πλαίσιο αναθεωρημένης αντιμετώπισης των χορτολιβαδικών και φρυγανικών εκτάσεων της χώρας, θεωρούμε ότι θα συμβάλλει η ομάδα εργασίας για την αναμόρφωση της δασικής νομοθεσίας, που συγκροτήθη στο Υπουργείο μας (Περιβάλλοντος & Ενέργειας), η οποία, μεταξύ των άλλων, θα επεξεργαστεί και τα συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν σ’ έναν τομέα του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας μας αγνοημένο, ή τέλος πάντων μη αξιολογημένο όπως θα έπρεπε.

Η εισήγησή για την "προστασία και περιβαλλοντική διαχείριση των χορτολιβαδικών και φρυγανικών εκτάσεων της χώρας" στην Επιτροπή Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων (28-6-2016, ώρα 16:00 μ.μ.):

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Αΐλανθος ή Βρωμοκαρυδιά: Από τον Εθνικό Κήπο – Εθνική μάστιγα για ανθρώπους & ζώα


Ίσως είναι ήδη αργά. Πολλοί θα έχουν ίσως παρατηρήσει ότι τον τελευταίο καιρό το πράσινο σε αστικούς κήπους, παρτέρια, χαλάσματα, κατά μήκος λεωφόρων, πάρκα και όπου αλλού υπάρχει λίγο χώμα, αλλά ακόμα και ανάμεσα σε πλάκες πεζοδρομίων, μάρμαρα και το πιο σημαντικό σε αρχαιολογικούς χώρους, έχει αυξηθεί σημαντικά, ίσως για μεγάλη χαρά των Δημάρχων και των αυτοαποκαλούμενων «οικολόγων», χωρίς να έχει ξοδευτεί ούτε ένα €.
Το πιο προσεκτικό μάτι ίσως θα έχει παρατηρήσει ότι το πράσινο αυτό οφείλεται στην ανάπτυξη ενός και μόνο είδους δένδρου του Αΐλανθου (Ailanthus altissima) γνωστού και ως βρωμοκαρυδιά ή βρωμούσα. Ασφαλώς και είναι όμορφο να ζεις σε ένα πράσινο περιβάλλον, στην περίπτωση όμως της βρωμοκαρυδιάς χρειάζεται πολύ προσοχή, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.
Το χειρότερο είναι όταν διάφοροι «αδιάβαστοι» που μπορεί να είναι και υποτιθέμενοι ειδικοί επιστήμονες, προτείνουν τη χρήση του φυτού για αναδασώσεις ή ανάπλαση πρασίνου ή και προστασία των δασών από φωτιές.
Το επιστημονικό όνομα της βρωμοκαρυδιάς, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται στην Ελλάδα (προφανώς λόγω της έντονης δυσάρεστης μυρωδιάς του και την ομοιότητά της με την καρυδιά, για όσους έχουν πολύ φαντασία), είναιAilanthus altissima ή Α. glandulosa ενώ στις Αγγλόφωνες χώρες αναφέρεται ως Shumak tree ή Tree-of-heaven (δένδρο του Παράδεισου, λόγω της γρήγορης ανάπτυξής του σε ύψος).
Για την Ιστορία.
O Αΐλανθος προέρχεται από την Κίνα όπου είναι αυτοφυές το οποίο, αν και όχι και τόσο διαδεδομένο σ’ αυτή τη χώρα, έχει εξαπλωθεί πολύ στην Αμερική και την Ευρώπη ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τις άλλες ηπείρους. Τα ιστορικά δεδομένα αναφέρουν ότι αρχικά το φυτό μεταφέρθηκε στη Μ. Βρετανία ως καλλωπιστικό και στη συνέχεια από εκεί μεταφέρθηκε το 1784 στη Φιλαδέλφεια από κάποιο κηπουρό. Το 1840 το φυτό ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένο στις ΗΠΑ ως καλλωπιστικό και ήταν διαθέσιμο από φυτώρια. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, στην Ελλάδα ο Αΐλανθος φυτεύτηκε για πρώτη φορά στον Εθνικό κήπο (τότε βασιλικό) από το Βασιλιά Όθωνα.
Αΐλανθος είναι και το δένδρο που αναφέρεται στο βιβλίο της Betty Smith «Ένα δένδρο γεννιέται στο Μπρούκλιν», όπου το δένδρο αυτό αναφέρεται ως πολύ ανθεκτικό.



Περιγραφή του φυτού:

Είναι δίοικο φυλλοβόλο δένδρο (υπάρχει δηλαδή αρσενικό και θηλυκό φυτό), ανήκει στην οικογένεια Simaroubaceae και μπορεί σε μερικά χρόνια να φτάσει σε ύψος 30 m (κάτι που το έχω διαπιστώσει με τα ίδια μου τα μάτια). Ο κορμός του είναι λείος φαιού χρώματος ενώ οι νεαροί βλαστοί έχουν καφεκόκκινο χρώμα. Τα φύλλα είναι μεγάλα σύνθετα που ξεπερνούν το 1 m σε μήκος αποτελούμενα από 11-25 αντίθετα διαταγμένα φυλλάρια. Κάθε φυλλάριο διαθέτει μια, μέχρι μερικές αδενώδεις τρίχες (μη ανθικά νεκτάρια). Την Άνοιξη το φυτό αναπτύσσει ταξιανθίες από μικρά κιτρινοπράσινα άνθη στις άκρες των βλαστών. Οι επίπεδοι περιστραμμένοι καρποί (σαμάρες) αναπτύσσονται στα θηλυκά φυτά το καλοκαίρι και παραμένουν στο φυτό για πολλούς μήνες (μέχρι την επόμενη άνοιξη). Η ελαφριά κατασκευή που διαθέτουν τους επιτρέπει να μεταφέρονται με τον άνεμο σε μεγάλες αποστάσεις. Έχει υπολογιστεί ότι ένα ενήλικο δένδρο μπορεί να παράγει μέχρι 325.000 σπέρματα το χρόνο. Το ξύλο της βρωμοκαρυδιάς είναι μαλακό και ημίλευκο προς ανοιχτό καστανό χρώμα το οποίο όμως δεν έχει καμιά ιδιαίτερη χρησιμότητα παρά μόνο για την παραγωγή κάρβουνου και αυτό κακής ποιότητας. Όλα τα μέρη του φυτού και ειδικότερα τα άνθη, αναδύουν δυνατή δυσοσμία ενώ δημιουργεί προβλήματα σε ότι βρίσκεται κάτω από το δένδρο (πεζοδρόμια, αυτοκίνητα, μπαλκόνια κλπ.) λόγω της κολλώδους ουσίας που παράγουν.
Η βρωμοκαρυδιά αναπαράγεται πολύ εύκολα είτε εγγενώς είτε αγενώς, δηλαδή είτε από σπέρματα είτε με μοσχεύματα. Το φυτό αυτό δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε θρεπτικά συστατικά ενώ μπορεί να αναπτύσσεται σε πολύ φτωχά εδάφη χωρίς πολλές απαιτήσεις σε νερό ενώ χρειάζεται πολύ φως. Η ανάγκη του σε φως καλύπτεται από την πολύ γρήγορη ανάπτυξή του έτσι που να επισκιάζει την υπόλοιπη βλάστηση.

Η εξάπλωσή του φυτού στην Ελλάδα.

Από όσο γνωρίζω δεν υπάρχει εμπεριστατωμένη μελέτη σχετικά με τους πληθυσμούς βρωμοκαρυδιάς στην Έλλάδα, θα έλεγα όμως ότι βρίσκεται σε όλες σχεδόν τις πόλεις λόγω του ότι το δένδρο αυτό φυτεύτηκε σε πάρκα και δρόμους ενώ είναι ήδη έντονη η παρουσία του κατά μήκος των εθνικών οδών και επαρχιακών δρόμων. Προσωπικά παρατήρησα συστάδες φυτών βρωμοκαρυδιάς ακόμα και σε απομακρυσμένες χαράδρες της Λακωνίας (καλοκαίρι 2006). Σε ορισμένους απεριποίητους δρόμους στις νησίδες και στις άκριες των δρόμων της Αθήνας και στα περίχωρά της, δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο πληθυσμός της βρομοκαρυδιάς αποτελεί το κυρίαρχο είδος.
Πλησιάζοντας στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα, οι βρωμοκαρυδιές εμφανίζονται μερικά χιλιόμετρα έξω από την πόλη.
Στον κόμβο της Μαλακάσας η βρωμοκαρυδιά έχει πλέον διεισδύσει στο πευκοδάσος.
Το καλοκαίρι του 2008 με λύπη μου διαπίστωσα την ύπαρξη, ευτυχώς μόνο μερικών δεκάδων δένδρων, στην πανέμορφη Τζιά κοντά στον όρμο Οτζιά, όπου προφανώς κάποιος τις φύτεψε χωρίς βέβαια να γνωρίζει τις συνέπειες. Ας μην ξεχνάμε ότι μεγάλο μέρος του νησιού έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα Natura, λόγω της πλούσιας και μοναδικής του βλάστησης (πολλά ενδημικά φυτά).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το φυτό, σύμφωνα με μελέτες που έχουν γίνει, είναι πολύ ανθεκτικό στη ατμοσφαιρική, χημική και σωματιδιακή ρύπανση.
Από οικολογικής πλευράς αναφέρεται ως πολύ επιθετικό είδος και όπου φυτρώσει σύντομα γίνεται το επικρατές είδος σχηματίζοντας αδιαπέραστες συστάδες.
Έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι η βρωμοκαρυδιά παράγει τοξικές ουσίες (κουασσινοειδή) που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη άλλων φυτών, ένα φαινόμενο γνωστό ως αλληλοπάθεια. Το ριζικό σύστημα είναι πολύ επιθετικό και μπορεί να προκαλέσει καταστροφές σε θεμέλια και υπόγειες σωληνώσεις, όπως αποχετεύσεις σωλήνες ύδρευσης ή καλώδια τηλεφώνου και παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.
Ιδιαίτερα καταστροφική είναι η δράση του σε αρχαιολογικούς χώρους και άλλα διατηρητέα κτίρια κυρίως λόγω της ικανότητας που έχει να αναπτύσσεται σε φτωχά εδάφη αλλά όπου υπάρχει άπλετο φως.

Πιθανά προβλήματα υγείας που δημιουργεί στον άνθρωπο και στα ζώα.Εκτός από τα οικολογικά προβλήματα έχουν ανφερθεί και προβλήματα υγείας που προκαλεί ο Αΐλανθος στον άνθρωπο. Έχει αναφερθεί ότι σε υπαλλήλους επιφορτισμένους με την κοπή αυτών των δένδρων εμφανίστηκε μυοκαρδίτιδα η οποία οφειλόταν στην επαφή πληγών από τριβή στο δέρμα με τον οπό των δένδρων.
Το φυτό αναφέρεται ως αλλεργιογόνο για τον άνθρωπο.
Η βιβλιογραφία επίσης αναφέρει ότι οι μέλισσες επισκέπτονται τα άνθη της βρωμοκαρυδιάς για τη συλλογή νέκταρος με αποτέλεσμα το μέλι να αποκτά άσχημα γεύση και οσμή τα οποία όμως ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα εξαφανίζονται. Δεν υπάρχουν όμως άλλες μελέτες σχετικά με το ενδεχόμενο ύπαρξης κουασσινοειδών στο μέλι.
Οι χημικές ενώσεις που είναι γνωστές με το όνομα κουασσινοειδή (quassinoids) έχουν εντοπισθεί και σε άλλα είδη της οικ. Simarubaceae και σε αυτά αποδίδονται θεραπευτικές ιδιότητες όπως η καταπολέμηση όγκων και η δράση τους ως ανθελονοσιακά, αντιφλεγμονώδη, εντομοκτόνα, αμοιβαδοκτόνα και ζιζανιοκτόνα.
Είναι όμως προτιμότερο να αφεθεί αυτός ο τομές στου επιστήμονες – ερευνητές παρά να αρχίσουμε να πίνουμε αφεψήματα από βρωμοκαρυδία (βρωμοκαρυδοφραπεδιά;).
Το πρόβλημα.Η βρωμοκαρυδιά παράγει μεγάλο αριθμό σπερμάτων (σάμαρα) με πολύ μεγάλη βλαστητική ικανότητα και τα οποία βλαστάνουν κάτω από σχεδόν οποιεσδήποτε συνθήκες και διαφορετικά εδάφη, φτωχά ή πλούσια με αποτέλεσμα να παραγκωνίζουν την τοπική βλάστηση είτε αυτή είναι φυσική είτε τεχνητή σε κήπους, παρτέρια, πάρκα κλπ.





Το φυτό αναπτύσσεται από το Μάιο μέχρι λίγο πριν αρχίσει να ρίχνει τα φύλλα του, δηλαδή τον Οκτώβριο ή ακόμα και Νοέμβριο, ανάλογα με την περιοχή και τις κλιματολογικές συνθήκες. Ο ρυθμός ανάπτυξης του φυτού είναι τρομακτικός κυρίως στα νεαρά φυτά ηλικίας ενός έως δυο ετών, στην προσπάθεια τους να επικρατήσουν στο περιβάλλον, αναπτύσσονται με ρυθμούς που εγώ μέτρησα να φτάνουν το 1.5 m σε διάστημα ενός μηνός (!) όπως προσωπικά μέτρησα στον περίβολο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και σε περιβάλλον το οποίο δεν θα θεωρούσα ιδιαίτερα φιλόξενο, όπως ανάμεσα σε πλάκες πεζοδρομίου.
Η ρητίνη του φυτού χρησιμοποιείται ως λιβάνι στους Ινδουιστικούς Ναούς.
Το φυτό δεν έχει φυσικούς εχθρούς ούτε και στην πατρίδα του την Κίνα, όπου όμως βρίσκεται σε ισορροπία με τους άλλους οργανισμούς του οικοσυστήματος.


Φυτά που προτείνονται σε αντικατάσταση του Αΐλανθου. Ο κατάλογος των φυτών που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τον Αΐλανθο θα μπορούσε να είναι πολύ μεγάλος. 
 
Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος να καταφεύγουμε σε φυτικά είδη που έχουν εισαχθεί στη χώρα μας τη στιγμή που υπάρχουν πολλά ενδημικά φυτά για τα οποία μάλιστα υπάρχουν και εμπεριστατωμένες μελέτες σχετικά με την ανθεκτικότητά τους στις κλιματολογικές ιδιαιτερότητες που επικρατούν στην Ελλάδα καθώς επίσης και στη ρύπανση, αν πρόκειται για αστικές περιοχές. Βεβαίως τα περισσότερα από αυτά τα είδη δεν έχουν την ίδια ταχύτητα ανάπτυξης και ευκολία καλλιέργειας με τον Αΐλανθο. Αν όμως δεν θέλουμε σε 50 χρόνια η Ελλάδα να είναι ένα απέραντο δάσος από Αΐλανθους με τα ενδημικά φυτά να σπανίζουν ή να είναι προστατευόμενα είδη σε Βοτανικούς κήπου και Μουσεία, τώρα είναι η κατάλληλη εποχή να δράσουμε.
Δεν βρίσκω τίποτα κακό στο να φυτέψουμε ελιές, χαρουπιές, δάφνες και πολλά άλλα από τα φυτά της Έλληνικής φύσης.
Τρόποι αντιμετώπισης.Το φυτό είναι «επικηρυγμένο» στις ΗΠΑ και οι δασικές υπηρεσίες εκεί προσπαθούν εδώ και αρκετά χρόνια να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με συνδυασμό διαφόρων τρόπων.
Για τη χώρα μας χρειάζεται πρώτα απ’ όλα ενημέρωση των Υπηρεσιών πάρκων και κήπων των Δήμων σε όλη τη χώρα αλλά και του κοινού από επιστήμονες Οικολόγους[1] (Γεωπόνους, Βιολόγους, Δασοπόνους) που γνωρίζουν τα προβλήματα του περιβάλλοντος περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο.
· Να ενημερωθεί το κοινό ώστε να αναγνωρίζει το φυτό.
· Να απαγορευτεί η καλλιέργεια και διάθεση του φυτού από φυτώρια.
· Να πεισθούν οι τοπικές αρχές για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, έστω και αν αυτό σημαίνει μείωση του αστικού και περιαστικού πράσινου.
· Να συνειδητοποιήσει το κοινό ότι το συγκεκριμένο φυτό πρέπει να ξεριζώνεται σε πολύ μικρή ηλικία και στη θέση του να φυτεύουμε κάποιο άλλο.

 Όπου το φυτό έχει αναπτυχθεί υπέρμετρα (πολλά δένδρα) είναι σκόπιμο να κοπούν μόνο τα θηλυκά.
Θα πρέπει επίσης να ενημερωθεί το κοινό για τα πραγματικά προβλήματα που προκαλεί το δένδρο και να είναι σε θέση να το αναγνωρίζει. Θα πρέπει το κοινό να πεισθεί για τους πραγματικούς κινδύνους για το περιβάλλον αλλά ενδεχομένως και για την ίδια του την υγεία, χωρίς υστερίες και πανικό. Μια επίσκεψη στους δικτυακούς τόπους που αναφέρονται στη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου, είναι αρκετή για να πείσει και τον πιο δύσπιστο.
Προσοχή όμως γιατί υπάρχουν και άλλα δένδρα που έχουν κάποιες ομοιότητες με τον Αΐλανθο. Αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό του Αΐλανθου είναι οι καρποί του (σπόροι) οι οποίοι κρέμονται από το δένδρο σε τσαμπιά που αποτελούνται από μερικές εκατοντάδες σπέρματα τα οποία είναι λεπτά, λεπιοειδή και λίγο στριφτά μήκους περίπου 3 cm και πλάτος 1 cm με ένα σπέρμα στο μέσον (θυμίζουν λίγο τα σπέρματα του πεύκου με το πτερύγιο, αλλά με το σπέρμα στο κέντρο του πτερυγίου). Τα σπέρματα παραμένουν στα θηλυκά δένδρα όλο το χειμώνα και πέφτουν από την επόμενη άνοιξη, οπότε είναι και ώριμα για να βλαστήσουν.

ΠΡΟΣΟΧΗ: κατά την κοπή των δένδρων να χρησιμοποιούνται χονδρά αδιάβροχα γάντια , κυρίως αν υπάρχουν μικροτραυματισμοί στα χέρια.
Το φυτό είναι πιο εύκολο να καταπολεμηθεί όταν είναι ακόμα πολύ μικρό, μερικών μηνών, με το να το ξεριζώσουμε. Η συνεχής εκρίζωση και κοπή των δενδρυλλίων είναι η πιο ενδεδειγμένη μέθοδος δεδομένου ότι δεν επιβαρύνεται το περιβάλλον με χημικές ουσίες.
Τα μεγάλα δένδρα είναι ανώφελο απλά να τα κόβουμε αφού σε ελάχιστο χρόνο θα έχουν ξαναφυτρώσει. Εδώ απαιτείται η συνδρομή ειδικών όπου μετά την κοπή του δένδρου ο κομμένος κορμός στο έδαφος θα πρέπει να εμβολιαστεί με ειδικές σύριγγες με ζιζανιοκτόνα τα οποία δρούν στις ρίζες. Η μέθοδος αυτή προτιμάται από τη διάβρεξη του εδάφους με ζιζανιοκτόνα δεδομένου ότι είναι πιο αποτελεσματική, απαιτεί λιγότερη ποσότητα ζιζανιοκτόνου και δρα μόνο στο συγκεκριμένο φυτό.
Κ. Φασσέας, Βιολόγος
Καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
http://www.aua.gr/fasseas



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Bory, G. and D. Clair-Maczulajtys. 1980. Production, dissemination and polymorphism of seeds in Ailanthus altissima. Revue Generale de Botanique 88(1049/1051): 297-311 [in French].
Elias, T. 1980. The Complete Trees of North America: Field Guide and Natural History. Book Division, Times Mirror Magazines, Inc. New York.
Gleason, H.A., and A. Cronquist. 1991. Manual of Vascular Plants of Northeastern United States and Adjacent Canada.New York Botanical Garden. Bronx, New York.
Hu, S.Y. 1979. Ailanthus. Arnoldia 39(2): 29-50
Mergen, F. 1959. A toxic principle in the leaves of Ailanthus. Bot. Gazette 121: 32-36.
Pannill, Philip. 1995. Tree-of-Heaven Control. Maryland Department of Natural Resources Forest Service Stewardship Bulletin. 8 pp.
Randall, J.M. and J. Marinelli. 1996. Invasive Plants: Weeds of the Global Garden. Brooklyn Botanic Garden, Handbook 149: 111
Meloche C. Murphy S.D. 2006. Managing Tree-of-Heaven (Ailanthus altissima) in Parks and Protected Areas: A Case Study of Rondeau Provincial Park (Ontario, Canada). Environmental Management Vol. 37, No. 6, pp. 764–772.
Bisognano J. D., McGrody K.S. and Spence A. M. 2005. Myocarditis from the Chinese Sumac Tree. Annals of Internal Medicine. 143 (2): 159.
Joshi BC, Pandey A, Sharma RP, Khare A. 2003. Quassinoids from Ailanthus excelsa. Phytochemistry. 62:579-84.
Okunade AL, Bikoff RE, Casper SJ, Oksman A, Goldberg DE, Lewis WH. 2003. Antiplasmodial activity of extracts and quassinoids isolated from seedlings of
Ailanthus altissima (Simaroubaceae). Phytother Res.17:675-7.
Tamura S, Fukamiya N, Okano M, Koyama J, Koike K, Tokuda H, et al. 2003. Three
new quassinoids, ailantinol E, F, and G, from Ailanthus altissima. Chem Pharm Bull. 51:385-9.
Chang YS, Woo ER. 2003. Korean medicinal plants inhibiting to human immunodeficiency virus type 1 (HIV-1) fusion. Phytother Res.;17:426-9.
Rosati A, Quaranta E, Ammirante M, Turco MC, Leone A, De Feo V. 2004.
Quassinoids can induce mitochondrial membrane depolarisation and caspase 3
activation in human cells [Letter]. Cell Death Differ. 11 (l 2):216-8.
http://www.nps.gov/plants/alien/
http://www.invasive.org/search/action.cfm?q=Ailanthus%20altissimahttp://www.lib.uconn.edu/webapps/ipane/browsing.cfm?descriptionid=30
πηγη : http://back-to-nature.gr/